Ανθρωπόλυκος

ανθρωπόλυκος3

Γκρίζα μαλλιά. Τζιν παντελόνι ψηλοκάβαλο, κι ένα φούτερ μαύρο από τη δουλειά. Ξεσκονίζει το δωμάτιο. Η σκούπα αδιάκοπα μουγκρίζει. Σέρνει την προέκταση πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω. Ο Τάσος πάντα έτσι ήταν. Σβήνει τη συσκευή, τσεκάρει για λίγο το κινητό του, τίποτα καινούριο. Τι να αλλάξει σε 5 λεπτά; Φοράει λίγο καλύτερα την παντόφλα του. Πίσω στο συμμάζεμα. “Πρέπει να πλύνω μερικά από τα πιάτα. Ξεχείλισε η γούρνα. Πρέπει να κάνω μπάνιο, να πάρω τσιγάρα.” Έχει έξοδο σήμερα. “Ή να πάρω τσιγάρα πρώτα;”

Χειμώνα – καλοκαίρι είναι ανάγκη να το κάνει. Τον γεμίζει το θέατρο, ο κινηματογράφος, οι συναυλίες. Ήχοι ηλεκτρισμένοι, ερμηνείες που σφίγγουν το στήθος. Η ταύτιση είναι ο οδηγός του, το πάθος του για ζωή. “Απόψε στις 8”. Δεν έχει αλλάξει κάτι, πριν λίγο το είδε. Είναι μια συνήθεια από τα φοιτητικά του χρόνια, κάθε Παρασκευή βράδυ κι ένας περίπατος. Μια διαδρομή που οδηγεί εκεί. Στο συμβάν.

Πολλά χαμόγελα τριγύρω, άνθρωποι καθιστοί και όρθιοι. Συναντά αμέσως τον Γιώργο. Ένας παλιός συμμαθητής, που του μοιάζει τόσο εξωτερικά. Πολλοί τους μπερδεύουν για αδέρφια. “Τι κάνεις Τάσο; Αύριο στις 12 έχουμε κινητοποίηση σχετικά με την μονιμότητά μας στον Δήμο, θα έρθεις;” Απαντά μ’ ένα νεύμα και συνεχίζει. Στην μια άκρη της αίθουσας, ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο για κάνα τρίλεπτο, με τα χέρια του ενός, σφιχτά περασμένα στην πλάτη του άλλου. Σαν ζουρλομανδύας. Παίρνει το βλέμμα του από πάνω τους. Γυρνάει πίσω του, στους καθρέφτες. Μια συστοιχία από δαύτους καλύπτει όλη την πλευρά. Συνεχίζει να βλέπει από μέσα τους, έμμεσα, ποτέ στα μάτια. Τρεις φοιτητές κολλάνε ένα τσιγάρο. Λίγες φωνές τους ακούγονται μετά βίας. Πολιτικά, γυναίκες, αγωνίες πασης φύσεως. “Δεν ξέρουν τα πιτσιρίκια ρε. Τίποτα.” Το μουρμουρητό συνεχίζεται, με το που αντικρίσει δυο κοπέλες να τα λένε δίπλα – δίπλα. Καθισμένες στα άνετα καθίσματα, χαλαρές, με τα γόνατα στραμμένα προς την συντροφιά εκατέρωθεν. “Απέτυχα, έφτασα τα 50 και ακόμη χάνομαι. Τελειώνει ο χρόνος.” Προσπαθεί να μη τα σκέφτεται, μάταια όμως. Αρπάζει γρήγορα το μπουφάν του από τον πάγκο, ντύνεται ατσούμπαλα και εξαφανίζεται. Αφήνει πίσω του ο,τι “έχασε”.

Έξω στο πεζοδρόμιο όλα κυλάνε κάπως αργά. Η ματιά του θολή, λες και ανέβασε 10 βαθμούς μυωπία με το που έκλεισε πίσω του την πόρτα. Σκιές τριγύρω, καθιστές και όρθιες. Έλλειψη.

Έχει πάει 2. “Πεινάω. Πρέπει να φάω και να τρέξω στο μετρό”. Κουμπώνει με επιμέλεια μέχρι το λαιμό τα κουμπιά του μπουφάν του και εισβάλει στο κατάστημα. Με βλέμμα σκυθρωπό, με πικρία αστέγου στα μάτια, παραγγέλνει, μα μόνο σαν παράγγελμα δεν μοιάζει. Πληρώνει την ικεσία του για ένα σάντουιτς. Λίγες μπουκιές μετά, χαμογελάει. “Από αύριο, αλλάζω ζωή, θα ζητήσω βοήθεια..” Έκκριση.

Επόμενος σταθμός, “Απογοήτευση”. Οι φωνές στο κεφάλι πληθαίνουν καθώς ανεβαίνει τα σκαλιά δυο – δυο, ξεπροβάλλοντας στην επιφάνεια. Χαζεύει την μισοσκισμένη, ξεβαμμένη από τον χρόνο, προεκλογική αφίσα της ελπίδας. Οι παλμοί ανεβαίνουν. “Ανόητε, φυγόπονε!” Ύστερα από μισή ώρα, τρέμει. Στρίβει σιχτιρίζοντας ένα τσιγάρο με τα παγωμένα του δάχτυλα. Έφτασε το λεωφορείο, επιτέλους. Λίγα λεπτά μετά, το περιπολικό και το ασθενοφόρο. Τη γόπα από το μισοτελειωμένο τσιγάρο θα την μαζέψει τρεις μέρες αργότερα ο Γιώργος.

SideliK_2

photography by Stathis Xanthopoulos

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s