Απόδραση

Το κελί υποβρύχιο, σκουριασμένο.
Σκοτεινό και ανέλπιδο.
Σερί το πήγα κι απόψε,
κολυμπώντας για το ανέφικτο.

Αχτίδες φωτός περνάνε μέσα,
τα μεσημέρια μονάχα.
Αλγεινές καταλήξεις.
Αχ, το απροσδόκητο να χα!

Σκέψεις περιπολούν σαν μπάτσοι.
Ό,τι πάσχει αναπληρώνουν.
Τη θέληση, τη νηφαλιότητα,
όσα αλλού θα ήταν μαύρη στάχτη.

Εγώ εκεί, αναμένω δίχως κίνηση.
Προπέλες ηχούν, παύση
κι εδώ ίσως τελειώνει.
Μα η απόλυτη σιωπή είναι δράση.

Σ’ είχε κυριεύσει ο φόβος κάποτε,
όταν σε χτύπησα θυμάσαι;
Τις σιδερένιες μπάρες λύγισα.
Ξυπνώ εμέ, για μένα νήχομαι απόψε.

SideliK_2

photography by Ανδριανή Κοκκαλάρα

Stray thoughts (κυκλοφόρησε!)

img_2443

23 αποτυπώματα μια ταραχώδους διετίας. Ένα ταξίδι πεζής ποίησης μόλις κυκλοφόρησε. Αν θες να αποκτήσεις την συλλογή στείλε mail στο sidelik_2@mail.com, στη σελίδα SideliK_2  στο facebook ή στο προφιλ sidelik_2 στο instagram. Η τιμή είναι στα 4 €.
Ευχαριστώ όλους όσοι συμμετειχαν με την κάμερα, το σκίτσο ή την ύπαρξη τους:
Αθανάσιος Τσαβουσέλης, Ανδριανή Κοκκαλάρα, Έλμα Κάσδαγλη, Θεολόγος Καραγιαννόπουλος, Κωνσταντίνα Σταυροπούλου, Μάνος Τζιβάκης, Στέλλα Φασούλα, Jay.

img_2442

Αέναο

aenao

Δυνατός ήχος και άτσαλο χτύπημα,
ύστερα νερό στο πρόσωπο.
Μια φλόγα κάτω απ’ το μπρίκι,
μια εκεί πάνω, στον ουρανό.
Ιδρώτας στο μέτωπο.
Η φρυγανιά, ήδη μια μπουκιά,
ο καφές, στο στομάχι ποταμός.
Έξοδος.

Φαντάζει πρωινός περίπατος,
η διαδρομή, σε δάσος.
Μα είν’ αναγκαίο ένα ποδήλατο.
Τα δέντρα είναι τσιμεντένια
και τα λίγα χόρτα ξερά.
Στράφι η πείρα, σκυφτός, γεμάτος άγχος.
Η επίπεδη μιζέρια, με βουνό μοιάζει.
Άφιξη.

Ανάταση το διάλειμμα αλλά αργεί.
Ώρα εφτά, εφτά επί δέκα τελάρα.
Κι η φωνή στο αυτί σου γρυλίζει,
ο ήλιος ξεφλουδίζει τη σάρκα σου.
Βρίζουν τη ράτσα σου.
Έλα, ανάσανε, κοντεύει μεσημέρι.
Ύστερα απόγευμα, καιρός για ανάπαυση.
Κάματος.

Η επιστροφή, σπρωξιά για γοργοπεταλιά.
Τι να σκέφτεται; Μπορεί άραγε;
Συννέφιασε άξαφνα, να λες πάλι καλά.”
Πονάνε τα γέρικα του μπράτσα, πιαστήκαν οι γάμπες.
Το παγκάκι μοιάζει θρόνος,
για δες το χαλάκι από πευκοβελόνες, τον τραβά.
Όταν κλάψει ο ουρανός θα ναι αργά, υπομονή.
Ώσπου;

SideliK_2

photography by Theologos Karagiannopoulos

Κι άμα ζω..

fish-4

Δύσκολοι καιροί αρρώστιας,
εύκολοι καιροί αρπαχτής.
Έχω πονόδοντο, μισός για αυτή.
Απονιάς παιδί, προσοχή στέκω.

Το σαγόνι κρατώ να μην τρέμει,
ματώνει το χείλος χωρίς φιλιά.
Η τύρβη του πνεύματος δε σταματά.
Μ’ ένα αντίκρυσμα, παγώνει η φωνή.

Μακάρι αγάπη να ‘ταν, όχι οργή.
Να σε πάρει η ροή του ποταμού,
αυτό να ευχόμουν, όχι ο βαρκάρης.
Σε κάθε ρεπό μου να μη σκεφτόμουν.

Πάρε τα πόδια σου να φύγουμε,
σε κανέναν δε θα πω τα μαντάτα.
Άλλωστε, ποια ψυχή θα ρωτήσει;
Αν φύγαμε, που πάμε κι άμα ζω..

SideliK_2

photography by Valia Kappi

Κορίτσι στη θάλασσα

37960032

Η καυτή άμμος τσουρουφλίζει τα πέλματα,
ο ιδρώτας στάζει, μαζί με τις τελευταίες έγνοιες.
Του γυρισμού εκείνες, μεσημέρια στην τσιμεντούπολη.
Τα πυρωμένα βότσαλα χτυπούν σαν τα στενά σου παπούτσια.
Η δυσφορία θα σβήσει σύντομα,
σαν χυθείς στο υγρό σου κρεββάτι.

Δροσιά, ανακούφιση και μουσική.
Όπως τα κύματα κροταλίζουν, σκέφτεσαι το πλυντήριο.
Δεν χρειάζεται, όλα τελειώσαν.
Μία ακόμη σεζόν πέρασε σαν αεράκι
κι οι χαρακιές θα επουλωθούν, ησύχασε.
Ίσα που φαίνεται ο ορίζοντας.

Αστράφτουν οι ηλιαχτίδες, σε τυφλώνουν.
Καίγεται η σάρκα σου απ’ τη μια,
παγώνει το κορμί σου από την άλλη.
Μνήμες ξανά, βαριά η ανάσα.
Στη βιοτεχνία, ήταν μια σόμπα αλογόνου και υγρασία.
Σύγχυση, κράμπες και φασαρία.

Πετάς το καφτάνι πλάι στις σαγιονάρες,
βγάζεις τη μάσκα και το καπέλο.
Αρπάζεις τη συνάδελφο, πάτε για τσιγάρο.
Η απελευθέρωση είναι προσωρινή, μα ζωογόνος.
Θα μπεις;”, φωνάζεις στην σύντροφό σου κι ακολουθεί.
Οξυγόνο στον άρρωστο, γιατρειά πριν η μόλυνση επιστρέψει.

SideliK_2

photography by valentinaumki

Μονόδρομος

monodromos-2

Δεύτερη μέρα καθήλωσης.
Απ’ τις πολλές.
Σ´ ένα κρεββάτι,
περιμένοντας τη λύτρωση.
Δειλός,
γιατί δεν άπλωσα το χέρι.
Στο όπλο, στο κουτί με τα φάρμακα,
ή προς το μέρος σου.
Η γροθιά μου ξεσφίγγει σιγά σιγά.
Εμπνέω θλίψη, όχι σκέψη.

Μια γκαζιά στην ανηφόρα,
μια τελευταία,
πριν φτάσω στο εκδοτήριο.
Να ’ξέρες πόσο με λυπεί
που δεν θα πάμε αυτό το ταξίδι.
Μαζί; Όχι!
Είναι το μόνο εισιτήριο που βρήκα.
Φτηνό σαν εσάς,
μακριά από σας.
Εις το επανιδείν.

SideliK_2

Παρηγοριά

14052367_1070966852999728_1675294830_n

Η Μαρίνα, έξυπνη κοπέλα, όχι ακριβώς χαμογελαστή, με μια σπιρτάδα στο βλέμμα της. Δούλευε πωλήτρια στα Ζara για να βγαλει το χαρτζιλίκι. Χαρτζιλίκι της έδιναν άλλωστε. Δεν ήθελε να επιβαρύνει τους δικούς της και ο δρόμος για την αποφοίτηση ήταν μακρύς. Από μικρή ονειρευόταν να γίνει συγγραφέας παραμυθιών. Γούσταρε να βλέπει το χαμόγελο των συμμαθητών της να σπάει τη σμιλευμένη στα πρόσωπα αγωνία τους. Ήθελε να μοιάσει στον πατέρα της, που τις λίγες φορές που σχόλαγε νωρίς από τη φάμπρικα, ξάπλωνε πλάι της και της διάβαζε τους “Τρεις Σωματοφύλακες”, τον “Ρομπέν των Δασών” και άλλες ιστορίες υπεράσπισης των αδυνάτων. Κάπως έτσι, εκλογίκευσε την πίεση των γονιών της και δέχτηκε να περάσει στη νομική. Ο άθλος για εκείνη ήταν αλλού, όχι στο διάβασμα.

Ο Πέτρος, είχε ήδη αφήσει πίσω του τη φοιτητική ζωή όταν γνωρίστηκαν. Μόλις κατάλαβε πως οι αναζητήσεις δεν τελειώνουν με την αποφοίτηση, πέτρωσε απάνω του το σκυθρωπό προσωπείο. Τόσο πολύ, που έγινε ένα με το πετσί του. Το κουβαλούσε κάθε μέρα στο τυπογραφείο. Βέρος Αθηναίος, έγραφε βουκολικα ποιήματα, κι ας μην είχε περάσει κανένα καλοκαίρι στο χωριό. Βλέπεις το σπίτι του παππού του το διεκδικούσαν έξι αδέρφια, πριν καλά – καλά μάθει να μιλάει. Συμβατικος τουρίστας τότε, μόνιμα στο πίσω κάθισμα με τις αποσκευές των δικών του, στην μηχανή του ύστερα. Αυτή έπαψε να είναι η μόνη συντροφιά του όταν σταμάτησε εκείνο το βράδυ στην Πανεπιστημίου, έξω απ΄τη νομική. “Είσαι καλά;”. Η Μαρίνα μόλις είχε χωρίσει. Έκλαιγε με λυγμούς έξω απ’ το πάρτυ. “Τι θές;”, αποκρίθηκε.

Λίγη επιμονή και κατάφερε να την πείσει. Μερικά κουτάκια μπύρας, ενα βρώμικο στα δύο και η ερωτικά βρώμικη νύχτα της αθήνας, χάραξαν το αυλάκι. Το νερό, ήταν οι σκισμένες σελίδες που άφηνε τα πρωινά στο κρεβάτι, πλάι στα κουβαριασμένα της ρούχα. Της θύμιζε τα παραμύθια του μπαμπά της.

Σύντομα νοίκιασαν ένα δυάρι στην Καλλιθέα. Τα πρωινά της Κυριακής, περπατούσαν στο ποτάμι με ένα καφέ στο χέρι* τι βροχερές ημέρες, της διάβαζε για συντροφιά. Αυτή τον τάιζε με υλικό από τις παιδικές της αναμνήσεις. Και με κανένα κενό τετράδιο πότε – πότε. Καινή κατάσταση για τον Πέτρο, μα σύντομα ο ενθουσιασμός ξεθώριασε. Τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια δεν ζωγράφιζε πια το ιδρωμένο σεξ που τους έστελνε σερί στις δουλειές τους. Μόνο η Μαρίνα δούλευε, χωρίς να χρειάζεται. Εκείνος το είχε ανάγκη. Εκείνος έμεινε άνεργος. Εκείνος, είχε μαύρους κύκλους από τους δαίμονες του και η γλυκιά, εύστροφη πωλήτρια, από τα δάκρυα που σκούπιζε κρυφά μες στα δοκιμαστήρια.

Πέρασαν τόσοι και τόσοι μήνες. Ποτέ δεν κατάφερε να τον συνεφέρει. Ξενυχτούσε στο προσκεφάλι του, τον έβλεπε να σπαράζει, να θυμώνει, να σηκώνεται, να χτυπιέται, να σπαράζει ξανά. Μέχρι που άφησε το σημείωμα: “Είσαι υπέροχος πραγματικά, πρέπει να σταθείς στα πόδια σου. Θα περιμένω… Μέχρι τότε, καλή τύχη.”

Η Φαίη και ο σκύλος της, προσέφεραν στοργή, παρηγοριά κι ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στο ποτάμι που τόσο είχε αγαπήσει. Ήταν κοντά στον ηλεκτρικό, οπότε θα μπορούσε να κοιμάται περισσότερο. Το είχε ανάγκη άλλωστε. Υπήρχε ακόμη ένας απροσδόκητος λόγος για να αγαπήσει την καινούρια της συγκατοίκηση. Στα σκαλιά του σταθμού, σιμά στον κουλουρά, καθόταν Αυτός. Ή μάλλον η σκιά του. Κρατούσε ένα χαρτόνι: “Πεινάω.. βοηθήστε με.” Αρχικά ήταν άβολο, μα το ξεπέρασε. Περπατούσε εμπρός του κάθε μέρα, χειμώνα – καλοκαίρι και πάντοτε τον ρωτούσε το ίδιο πράγμα. “Όλα καλά;” Καμιά φορά στεκόταν λίγο παραπάνω για να αφήσει μερικά χάλκινα. Συνηθως τον κοιτούσε με μια ματιά μεταξύ λύπησης και απέχθειας κι άλλοτε του χάιδευε τα μούσια. Η απέχθεια ήταν για την ίδια. Μέχρις ότου πέθανε. Και ξέχασε.

SideliK_2

photography by sofia_tsofio