Ανθρωπόλυκος

ανθρωπόλυκος3

Γκρίζα μαλλιά. Τζιν παντελόνι ψηλοκάβαλο, κι ένα φούτερ μαύρο από τη δουλειά. Ξεσκονίζει το δωμάτιο. Η σκούπα αδιάκοπα μουγκρίζει. Σέρνει την προέκταση πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω. Ο Τάσος πάντα έτσι ήταν. Σβήνει τη συσκευή, τσεκάρει για λίγο το κινητό του, τίποτα καινούριο. Τι να αλλάξει σε 5 λεπτά; Φοράει λίγο καλύτερα την παντόφλα του. Πίσω στο συμμάζεμα. “Πρέπει να πλύνω μερικά από τα πιάτα. Ξεχείλισε η γούρνα. Πρέπει να κάνω μπάνιο, να πάρω τσιγάρα.” Έχει έξοδο σήμερα. “Ή να πάρω τσιγάρα πρώτα;”

Χειμώνα – καλοκαίρι είναι ανάγκη να το κάνει. Τον γεμίζει το θέατρο, ο κινηματογράφος, οι συναυλίες. Ήχοι ηλεκτρισμένοι, ερμηνείες που σφίγγουν το στήθος. Η ταύτιση είναι ο οδηγός του, το πάθος του για ζωή. “Απόψε στις 8”. Δεν έχει αλλάξει κάτι, πριν λίγο το είδε. Είναι μια συνήθεια από τα φοιτητικά του χρόνια, κάθε Παρασκευή βράδυ κι ένας περίπατος. Μια διαδρομή που οδηγεί εκεί. Στο συμβάν.

Πολλά χαμόγελα τριγύρω, άνθρωποι καθιστοί και όρθιοι. Συναντά αμέσως τον Γιώργο. Ένας παλιός συμμαθητής, που του μοιάζει τόσο εξωτερικά. Πολλοί τους μπερδεύουν για αδέρφια. “Τι κάνεις Τάσο; Αύριο στις 12 έχουμε κινητοποίηση σχετικά με την μονιμότητά μας στον Δήμο, θα έρθεις;” Απαντά μ’ ένα νεύμα και συνεχίζει. Στην μια άκρη της αίθουσας, ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο για κάνα τρίλεπτο, με τα χέρια του ενός, σφιχτά περασμένα στην πλάτη του άλλου. Σαν ζουρλομανδύας. Παίρνει το βλέμμα του από πάνω τους. Γυρνάει πίσω του, στους καθρέφτες. Μια συστοιχία από δαύτους καλύπτει όλη την πλευρά. Συνεχίζει να βλέπει από μέσα τους, έμμεσα, ποτέ στα μάτια. Τρεις φοιτητές κολλάνε ένα τσιγάρο. Λίγες φωνές τους ακούγονται μετά βίας. Πολιτικά, γυναίκες, αγωνίες πασης φύσεως. “Δεν ξέρουν τα πιτσιρίκια ρε. Τίποτα.” Το μουρμουρητό συνεχίζεται, με το που αντικρίσει δυο κοπέλες να τα λένε δίπλα – δίπλα. Καθισμένες στα άνετα καθίσματα, χαλαρές, με τα γόνατα στραμμένα προς την συντροφιά εκατέρωθεν. “Απέτυχα, έφτασα τα 50 και ακόμη χάνομαι. Τελειώνει ο χρόνος.” Προσπαθεί να μη τα σκέφτεται, μάταια όμως. Αρπάζει γρήγορα το μπουφάν του από τον πάγκο, ντύνεται ατσούμπαλα και εξαφανίζεται. Αφήνει πίσω του ο,τι “έχασε”.

Έξω στο πεζοδρόμιο όλα κυλάνε κάπως αργά. Η ματιά του θολή, λες και ανέβασε 10 βαθμούς μυωπία με το που έκλεισε πίσω του την πόρτα. Σκιές τριγύρω, καθιστές και όρθιες. Έλλειψη.

Έχει πάει 2. “Πεινάω. Πρέπει να φάω και να τρέξω στο μετρό”. Κουμπώνει με επιμέλεια μέχρι το λαιμό τα κουμπιά του μπουφάν του και εισβάλει στο κατάστημα. Με βλέμμα σκυθρωπό, με πικρία αστέγου στα μάτια, παραγγέλνει, μα μόνο σαν παράγγελμα δεν μοιάζει. Πληρώνει την ικεσία του για ένα σάντουιτς. Λίγες μπουκιές μετά, χαμογελάει. “Από αύριο, αλλάζω ζωή, θα ζητήσω βοήθεια..” Έκκριση.

Επόμενος σταθμός, “Απογοήτευση”. Οι φωνές στο κεφάλι πληθαίνουν καθώς ανεβαίνει τα σκαλιά δυο – δυο, ξεπροβάλλοντας στην επιφάνεια. Χαζεύει την μισοσκισμένη, ξεβαμμένη από τον χρόνο, προεκλογική αφίσα της ελπίδας. Οι παλμοί ανεβαίνουν. “Ανόητε, φυγόπονε!” Ύστερα από μισή ώρα, τρέμει. Στρίβει σιχτιρίζοντας ένα τσιγάρο με τα παγωμένα του δάχτυλα. Έφτασε το λεωφορείο, επιτέλους. Λίγα λεπτά μετά, το περιπολικό και το ασθενοφόρο. Τη γόπα από το μισοτελειωμένο τσιγάρο θα την μαζέψει τρεις μέρες αργότερα ο Γιώργος.

SideliK_2

photography by Stathis Xanthopoulos

Χάρυβδη (e-book)

SideliK_2 - Χάρυβδη (Εξώφυλλο)

Περνάς την πύλη. Στα σκαλάκια, δυο μαυροφορεμένοι φοιτητές τα λένε και άλλοι 3 απέναντι ετοιμάζονται να την κάνουν. Όλοι τους χαμογελαστοί, με τις σάκες τους γεμάτες σχέδια και ελπίδες. Η θλίψη ανεμίζει γύρω τους κι όμως, δεν κουνιέται φύλλο. Σαν να την τράβηξες όλη εσύ, βαθιά μέσα σου, με μια ρουφηξιά. Απέναντι, στο κουβούκλιο, ο 40άρης φύλακας έτοιμος να αποκοιμηθεί πάνω στην κοιλιά του από την πλήξη. Τσουλώντας μέσα από το πλακόστρωτο μονοπάτι βλέπεις το κηπάκι που μόνο φυσιολατρία δεν προκαλεί. “Κατουριέμαι. Πόσο σουρεάλ αυτό το καταπράσινο ουρητήριο; Ένα με τη φύση. Αυτό δεν ονειρευόμαστε;” Μόλις σήκωσες το φερμουάρ μα το άγχος παραμένει. Σταθερός σκοπός, φύλακας της κατάπτωσης. “Ήρωας όποιος δεν πτοείται.” Ρίχνεις μερικές κλεφτές ματιές σε πρόσωπα και λέξεις – σύμβολα που τείνουν να καλύψουν το κτήριο, να το σκεπάσουν από χάμω ως το τελευταίο όροφο. Να καλύψουν και τα τελευταία παραθυρόφυλλα. Ίσως πάλι να ξεχειλίζουν μέσα απ’ αυτά. Μακάρι να έλιωνε το μελάνι και σαν μανδύας να σε αγκάλιαζε, σωστά;

Αχ, σαν την Κατερίνα και τις μεθυσμένες αγκαλιές της. Με τα αδύνατα, κοκαλιάρικα μα σφιχτά συνάμα χέρια της που πνίγουν το θήραμα της, όσο αυτό νιώθει ασφάλεια και σιγουριά. Γιατί καλύτερα φυλακισμένος, παρά αυτοκαταστροφικά ελεύθερος. Τα καρέ ροζ μαλλιά της, με τις μαύρες ρίζες, οι κρίκοι στα αυτιά της, το πίρσινγκ στον αφαλό και το μανίκι στο δεξί χέρι, προσδίδουν στην παγίδα την ιδανική παραίσθηση για τον Χρήστο: υποκουλτούρα και επαναστατικότητα. Ρομαντισμός και ανεκπλήρωτα όνειρα. Κι ας ξέρει πως στην πραγματικότητα την τρέφουν οι δικοί της. Αυτή δεν το παραδέχεται, φωνάζει “κάνω τέχνη!” και τσακώνονται κάθε ξημέρωμα. Διανύοντας τα πρώτα χρόνια της μετεφηβείας, κολλημένη κι αυτή στο όνειρο που έγινε αφήγημα: Καλλιτέχνης. Πουλάει κατά βάση καπνοθήκες σε πάγκο. Όμορφες δε λέω, με περίπλοκα ραφτά κι όχι φτηνιάρικα τυπωμένα σχέδια επάνω τους. Σίγουρα αφιερώνει χρόνο. Αν τη ρωτήσεις όμως αν είναι χαρούμενη…

Διάβασέ ολόκληρο το “Χάρυβδη” εδώ: https://www.wattpad.com/story/189789139-χάρυβδη

Κατέβασέ το εδώ: https://bit.ly/2ZcldtL

Κάθαμμα

Δύσπνοια. Πετάχτηκε πάνω μούσκεμα στον ιδρώτα. Τη σιωπή στον θάλαμο έσπασε το τρίξιμο από το ξεχαρβαλωμένο ράντζο που τον στρίμωξαν χθες βράδυ κι ένας χαμηλόφωνος διάλογος πίσω απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα:

«- Συνάδελφοι είστε σίγουροι; Θα τον πετσοκόψουμε!»

«- Μια χαρά θα ναι, έχει ξαναγίνει, είναι εφικτό.»

«- Ποτέ με επιτυχία όμως..»

«- Πάψε! Θα τους ξυπνήσουμε.»

Εύλογη η απορία του δόκιμου, μα η γέρικη φωνή του παλιού δεν σηκώνει αντιρρήσεις. Στο κομοδίνο δίπλα του γυρεύει το πλαστικό ποτήρι. Έχει κορακιάσει. Μάταια όμως, αντικρίζει μονάχα δύο πορνοπεριοδικά. Το ποτήρι κάνει βόλτες στο μωσαϊκό. Κακή ιδέα το ανοιχτό παράθυρο Δεκέμβρη μήνα.

25 χρονών παλικάρι κι οι εγκεφαλικές του συνάψεις μοιάζουν πιο περίπλοκες από γρίφο. Η σκέψη του, στρυφνή σαν οργισμένου εφήβου. Απορεί πως βρέθηκε να ξεφυλλίζει τις τσόντες. Τραγική ειρωνεία, αν και τα γυμνασμένα σώματα στο εξώφυλλο διόλου δε θυμίζουν αυτό το κάθαρμα το πατέρα του και τους μπαρμπάδες του. Οι μπαρμπάδες γίναν φίλοι και το σιχαμένο τους μυστικό έγινε το έξτρα εισόδημα. Η παρέα του ζούσε το όνειρο της εφηβείας όσο αυτός την ονειρευόταν. “Τι να να τα κάνω εγώ τα ντρόγκια; Ζούσα κατευθείαν τις γαμημένες παρενέργειες.” Πονάει, για εκείνους που δεν ρώτησαν ποτέ τι του συμβαίνει. Για τους γύρω του, που αντλούν δύναμη απ’ την αδυναμία του. Ειδικά για τις γυναίκες. Όλα αυτά τα “συγκοινωνούντα δοχεία” ερεθίζονται εγκεφαλικά όταν τον παρηγορούν. Μα περισσότερο για όλους τους ανυποψίαστους εκεί έξω, που φέρουν εντός τους το κοιμισμένο κτήνος. Άγνωστο το πότε θα αποκαλυφθεί.

Παραμερίζει την βαριά μάλλινη κουβέρτα που του ρίχνει τσιμπιές και σηκώνεται. Δεν βρίσκει τα παπούτσια του όμως δεν τρέχει τίποτα. Οι κάλτσες που φορά είναι κοκαλωμένες απ’ την υγρασία όπως και να χει. Δεν ανάβει το φως, περπατά στις μύτες μέχρι το μπάνιο φρενάροντας λίγο πριν περάσει μπροστά από την εξώπορτα. Με μια γρήγορη ματιά βλέπει τρεις λευκές ρόμπες κι άλλα τόσα ζευγάρια πόδια να σέρνονται στο βάθος του διαδρόμου. Δεν τολμά να σηκώσει ψηλότερα το κεφάλι του. Στο λουτρό, αναζητά τον διακόπτη. Μια ξεχαρβαλωμένη λάμπα φθορίου αναβοσβήνει γεννώντας ασύμμετρες αντανακλάσεις στα λασπωμένα πλακάκια. Λίγο νερό στη μάπα κι ένα βλέμμα στο είδωλό του. Τίποτα καινούριο, καμία επιδείνωση. Η ίδια απόγνωση, το ίδιο stress μονάχα λίγο πιο πρησμένα μάτια. “Πως βρέθηκα εδώ ρε πούστη μου; Πότε θα καταλάβουν; Είμαστε όλοι καθρέφτες..” Δυο χέρια πίσω του τον σφίγγουν με δύναμη στα μπράτσα. Το σώμα του καίει. Νιώθει το αίμα να απλώνεται κάτω από τους αντίχειρες του κτήνους. “Πάρτε τον.”

SideliK_2

Προορισμός : Εγώ

20160117_163820 oil    Πρώτη ημέρα στο πλοίο. Τρελαίνομαι θα έλεγα αν και συχνά η ιδέα ότι απέχω από τα πάντα με γαληνεύει. Γλάροι, τσιγάρο, ηλιαχτίδες και κύματα με συντροφεύουν σε μια διαδικασία κάθαρσης νου και σώματος. Γιατί και το σώμα φθείρεται από τους γύρω ανθρωπόμορφους φόβους· αν πιστεύεις πως οι ασθένειες του καλουπιού δεν πηγάζουν από το λαβωμένο περιεχόμενο του, την ψυχή, είσαι γελασμένος.

  Ας μιλήσουμε για το τι με ώθησε στην απομόνωση. Η συνεχής μάχη με τον ιδεοψυχαναγκασμό  συντροφιά με την σεξουαλική στέρηση στο βάθος. Καλύτερο θα ήταν να έλεγα το άγχος από τη γέννα σε συνδυασμό με την ανασφάλεια της μη αποδοχής από την παρέα στα παιδικά μου χρόνια. Η ανασφάλεια οδηγεί άλλωστε και στη μάταιη προσπάθεια αυτό-επιβεβαίωσης μέσω του υπέρμετρου συλλογισμού. Αυτό καθιστά κάποιον στάσιμο ενώ οι ευκαιρίες περνάνε δίπλα του. Μόνος. Ανασφάλεια = Απομόνωση.

  Η απομόνωση έχει διεξόδους όμως. Θα απομονώσεις τον εαυτό σου ζώντας στο συναισθηματικό βούρκο ή θα απομονώσεις τις αρνητικές σκέψεις, τις επίμονες φωνές του μυαλού σου; Εδώ και καιρό έχω επιλέξει το δεύτερο. Την πλήρη αποδέσμευση της αέναης μάχης μεταξύ της αισιόδοξης, «φουσκωμένης» πολλές φορές οπτικής των πραγμάτων, με την επίμονη κατάθλιψη. Παιδί της μάχης αυτής είναι άλλωστε και οι εμμονές. Δεν υπήρχε επιλογή επομένως πέρα από την απόλυτη στάση υπέρ της πρώτης εκ των δύο μονομάχων.

   Η πόρτα όμως συχνά παραβιάζετε και οι κλειδωμένοι πίσω της δαίμονες επιστρέφουν συχνά.  Σε θέλουν κάτω, ξενερωμένο μέχρι τα μπούνια. Πόσες φορές να ξεστόμισα «δεν αντέχω άλλο, απέτυχα» άραγε; Δεκάδες. Εκεί που πίστεψα πως όλα τελείωσαν, πως τα κατάφερα, εμπέδωσα για τα καλά την έννοια της φράσης «φαύλος κύκλος». Πάλι από την αρχή, μα αυτή τη φορά οι επιλογές πολύ χειρότερες, προϊόν της μεγάλης μου απογοήτευσης. Αλκοόλ, ανεκπλήρωτοι έρωτες που αγγίζουν τα όρια της εμμονής, λάθος παρέες, εκρήξεις θυμού, αυτοκαταστροφικές γενικά τάσεις. Τα παραπάνω είναι απλά παραδείγματα μέσα από τη δική μου πορεία. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως η απρόσμενη τρικυμία οδηγεί σε αποθάρρυνση και αυτή με τη σειρά της σε λάθος χειρισμούς. Το αντικείμενο που υποχρεούσαι να χειριστείς όμως είναι η ίδια σου η αξιοπρέπεια. Τι πας να κάνεις ;

  Χωρίς μεγάλη προσπάθεια, μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως η εξάλειψη των αγχωτικών συνηθειών στηρίζετε σε δύο πυλώνες. Τη δυναμική απομόνωση των σχετικών σκέψεων και ιδεών από το νου, μα και τη διαρκή πάλη να κρατηθούν στο βυθό ώσπου να περάσουν στην λήθη. «Να περάσουν στην λήθη». Πόσες φορές η φράση αυτή χρησιμοποιείτε επικριτικά άραγε· εδώ όμως ανακουφίζει την ψυχή μου.

  Συννέφιασε. Δυσκολεύομαι να καταλάβω εάν ψιχαλίζει η απλά με χαϊδεύει απαλά η απέραντη θάλασσα που ταλαντεύεται από το ελαφρύ αεράκι. Μία μουντάδα που επανέρχεται να μου θυμίσει την παροδικότητα της ηλιοφάνειας στην εποχή που διανύουμε. Χειμώνας, και δεν μιλώ για τον καιρό. Το μικρό μου ταξίδι όμως έπρεπε να γίνει πάση θυσία· δεν μπορεί να αποφεύγει κανείς παντοτινά τη διαδρομή που είναι γραφτό να ακολουθήσει. Ας γυρίσω όμως στην καμπίνα μου τώρα.

   Καθώς βουρκώνει το φινιστρίνι, η μελαγχολία πλημυρίζει την ψυχή μου. Αναρωτιέμαι γιατί δεν ισιώνουν τα γαμημένα, αφού όλα είναι καλά, έτσι μου είπαν. Έχω μια κοπέλα που με περιμένει πίσω, μια ζωή χορτάτη μέχρι τώρα από εμπειρίες και την απόφαση να φύγω για λίγο καιρό την πήρα μετά από πολλή σκέψη. Ίσως η καταιγίδα που μαίνεται να με παρασύρει να δακρύσω. Χρειάζομαι μόνο μια αφορμή. Κι αν σε κάτι έχει ευχέρεια ο νους μου είναι να παραμορφώνει την αντίληψη μου για τα πράγματα, να συνθλίβει κάθε ψήγμα αισιοδοξίας. «Ναι.. ίσως δεν είσαι ικανός να αγγίξεις τις ψυχές που τόσο λαχταράς, εδώ δεν μπορείς να βγεις να ψάξεις μια δουλειά», με προσγειώνει. «Θα αφήσεις τους άλλους να χαμογελούν, να ηδονίζονται στην ιδέα ότι τα παράτησες και εντάχθηκες στη ρουτίνα των καιρών;», μια άλλη φωνή μου τονίζει. Έτσι, με δομή και πληρότητα, με διαπερνούν οι σκέψεις ακόμη και όταν μάλλον «μου στρίβει».

 «Όχι!», απαντά μια τρίτη φωνή, εγώ ο ίδιος. Όχι σε τι; Στην απόλυτη μιζέρια της ανικανότητάς μου ή στην άνθιση των φανταστικών εντάσεων που κλυδωνίζουν το κεφάλι μου; «Κλυδωνίζουν» εσωτερικά όμως.. «Δεν με νοιάζει.. δεν υπάρχουν.. θέλω να ανασάνω!», απαντώ αποφασισμένος. Μια ελαφριά κρίση πανικού ακολουθεί, μα είμαι συνηθισμένος πια. Τίποτα δεν μπορεί να με κρατήσει δέσμιο των εμμονών μου γιατί τίποτα δεν έχω όταν στερούμαι γαλήνης. Τον μικρό, χωρίς άλλο κουράγιο ανθρωπάκο υπερυψώνει ο ξαφνικός ενθουσιασμός πως βρήκε τον τρόπο. Να αδιαφορεί για κάθε επίμονη ιδέα, κάθε αγχωτικό  “state of mind” ή κάθε μίζερα παραλλαγμένη αίσθηση της πραγματικότητας. Φαντάζει εύκολο, μα είναι βουνό. Και το στοιχείο που κάνει το εγχείρημα ακόμη πιο εμψυχωτικό: Ο αυθορμητισμός. Ο παράγοντας που μπορεί να αποβεί μοιραίος μα προς το παρών  αγνοεί. Βάζω μπροστά το σχέδιο.

    Τι ανιαρή μέρα. Σκόπευα να κάτσω χάμω στο κατάστρωμα και να γράψω υπό τους ήχους των ιώνιων κυμάτων. Η βροχή τα χάλασε όλα. Ως συνήθως, σηκώνομαι να στριφογυρίσω από αμηχανία μα κρατιέμαι. Θα γράψω  όπως και να ‘χει, άλλωστε η μαγεία της ενασχόλησης δεν εξαρτάται  από το περιβάλλον αλλά απ’ το ίδιο το αντικείμενο. Ένα παιδί θα συνεχίσει να παίζει ποδόσφαιρο με τα άλλα γειτονόπουλα ακόμη και όταν ανάψουν οι βραδινές λάμπες. Αλλά και μια μάνα θα βρει το χρόνο να παρακολουθήσει τα εξ αποστάσεως μαθήματα αγγλικών, παρόλο που οι υποχρεώσεις την πνίγουν. Όσο κι αν θα ‘θελε να ‘χε τα χρήματα ή τον χρόνο να σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία. Ο ήλιος αρχίζει σιγά σιγά να βάφει τον ουρανό. Προλαβαίνω να βγω για μια βόλτα να δω τη δύση. Στα αλήθεια, θέλω να κοιμηθώ.

  Χτύπος στην πόρτα. «Κύριε Κορφιάτη καλημέρα σας και συγνώμη για την ενόχληση». Σηκώνομαι βιαστικά και ανοίγω. «Καλημέρα, μπορώ να δω το εισιτήριό σας ;», συνεχίζει. «Τι μου λέει ο τύπος;», σκέφτομαι συγχυσμένος. «Με σηκώνει απ’ τις 8 λες και δεν μπορούσε να γίνει αργότερα ο έλεγχος, γαμώ τη μάνα του!». Θυμάμαι αμέσως τα χτεσινά και σβήνω την αρνητικότητα. Δεν έχει σημασία που είναι πρωί, δεν νυστάζω καν. «Ορίστε το εισιτήριό μου, ελπίζω να είναι όλα εντάξει», αποκρίνομαι χαμογελώντας. «Για ότι χρειαστείτε, στη διάθεση σας». Κάπως έτσι, κλείνοντας πίσω μου την πόρτα, βγαίνω γεμάτος αυτοπεποίθηση από τον πρώτο κύκλο της εσωτερικής σύγκρουσης. Έπραξα αυθόρμητα αν και χρειάζομαι δουλειά, πολύ δουλειά ακόμη. Συμμαζεύομαι λιγάκι, ετοιμάζομαι να πάρω τον καφέ μου στο κατάστρωμα. Όμορφα πράγματα.

  Το θέατρο πάντοτε το βαριόμουν. Δεν με «έψησε» ποτέ η ιδέα να πάρω τη σύντροφό μου και να παρακολουθήσουμε μια παράσταση, ενώ μετά βίας θα δω μια μονταρισμένη εκδοχή του στο σινεμά. Κατά διαστήματα εκτιμώ την υποκριτική και μπορώ να διακρίνω τον ηθοποιό που «το ‘χει», απόρροια της εμπειρίας μου στην αντιμετώπιση των υποκριτών της ζωής. Τώρα όμως να μια ο ίδιος να υποκρίνομαι για το καλό μου. Η μίζα της ζωής χωρίς άγχη λειτουργεί μέσω της δυνατότητας μου να κάνω την υποκρισία, η την υποκριτική καλύτερα, κομμάτι του εαυτού μου. «Εξαίσιος καφές», σκέφτομαι. Όχι, ο καφές είναι μέτριος. Μα γιατί να σπαταλάω τον χρόνο μου να αναλύοντας τη ποιότητα αντί να απολαμβάνω τη μεγάλη εικόνα: Πίνω καφέ χαμένος στην γαλήνη της θάλασσας. Πλησιάζω έναν 35άρη τύπο με ακουστικά. «θα τα πάρει σίγουρα αν τον διακόψω..». «Ίσως δεν είναι όλοι σαν και εσένα, πηγές απόρριψης.. μίλα του!». Όντως δεν ενοχλείτε, αντίθετα ενθουσιάζεται που γνωρίζω για το thrash των 80s τόσα πολλά· κι εγώ που βρήκα έναν υποψήφιο συνοδοιπόρο. Γιατί υποψήφιο; αληθινό συνοδοιπόρο ! Κι ας μην γουστάρω καθόλου thrash metal.

  Καταλήγω πως η κοινωνικοποίηση είναι η φλόγα, μα η γαλήνη σίγουρα το φυτίλι. Όσοι έφαγαν τα μούτρα τους υποτιμώντας την σημασία της ψυχικής υγείας καταλαβαίνουν. Τέτοιοι άνθρωποι βρίσκονται στο πλοίο άλλωστε. Μαζί τους θα μοιραστώ σε λίγο το μεσημεριανό. Μαζί με τον Γιάννη το μεταλλά και τα υπόλοιπα φιλαράκια του, την προσωρινή του οικογένεια. «Γεια πείτε ρε μάγκες! Τι σας έφερε εδώ ;». Είπα να ανοίξω κάπως έτσι μια κουβέντα δύσκολη.

  «Οικογενειακά προβλήματα!», πετάγεται φουρτουνιασμένος ο Χρήστος. Ένα παιδί γύρω στα 25, με βλέμμα χλωμό και φοβισμένο. Μια φράση του τύπου «οικογενειακά προβλήματα» μοιάζει πολύ γενική, υπεκφυγή θα έλεγα. «Μίλα ρε φίλε! Μαζί είμαστε σε αυτό· ο καθένας έχει τα ζόρια του μα αν δεν ξορκίσεις τους εσωτερικούς σου δαίμονες δεν θα βγει πουθενά. Αν θες τα βγάζω πρώτος όλα στη φόρα». Προσπαθώ να τον κάνω να νιώσει άνετα. Για να βγάλω από πάνω μου την υποχρέωση να ξεπεράσω την δικιά μου αμηχανία. «Όχι εντάξει. Λοιπόν στα ίσια, είμαι το σκουπίδι της οικογένειας. Έτσι λένε αυτοί. Ποτέ δεν με κατάλαβαν. Δεν γούσταρα να δουλέψω λάντζα στην ταβέρνα. Δεν γούσταρα να πάω στρατό. Γούσταρα τον Δημήτρη. Κι ήθελα να γίνω κομμωτής. Με σταύρωσαν!». «Μπράβο παλικάρι μου. Να ‘σαι περήφανος. Και έτοιμος να κυνηγήσεις με τις δικές σου δυνάμεις τα πάντα, όσο σε κέρναγαν ένα τίποτα». Δεν μπαίνω καν στον κόπο να τον κρίνω, να δώσω συμβουλές σε βάθος η οτιδήποτε άλλο. Αυτό που προέχει είναι να μπορεί κανείς να νιώθει ασφαλής όταν εκφράζετε, όχι εχθρικά, αυτό εξ άλλου «φόρτωσε» τον Χρήστο στο καράβι. Συγκαταβατική σιωπή από όλους. Ανακούφιση για τον πιτσιρικά.

  Ο Γιάννης δεν δείχνει διάθεση να μιλήσει. Σεβαστό. Ο Βασίλης, το βουρκωμένο παιδί που χαμογελά με τα παρένθετα αστειάκια μας, ξεθαρρεύει. «Πήγαινα στα πάρτυ..». «Ποια πάρτυ ρε μαλάκα; Είσαι με τα καλά σου;». Ξεσπάω μα ο Γιάννης με κρατά από τον ώμο. «Συγνώμη ρε φίλε είμαι στην τσίτα τελευταία κι ας το παλεύω, δεν αντέχω αυτή την κατάσταση..». Έχω διακόψει για τα καλά τον Βασίλη· ένα από τα συμπτώματα επανέρχεται εκεί που δεν το περίμενα. Η αντιδραστικότητα. «Προσπαθώ καιρό τώρα να αλλάξω οπτική ρε παιδιά, δεν φαντάζεστε πόσο ζορίζομαι. Κάθε τι που κάνω, μια φωνή μέσα μου το κρίνει. Κάθε αρνητική σκέψη που με πλησιάζει την αγκαλιάζω, ψάχνοντας απεγνωσμένα μια δικαιολογία για να στηρίξω την απραξία μου. Και τις στιγμές που το αντιλαμβάνομαι, προσωρινά μονάχα πατάω πόδι. Κατάθλιψη η κυκλοθυμία; Σίγουρα πάντως μια μόνιμη τάση να με κατηγορώ η να με βαφτίζω ασθενή». Κάπου εκεί συλλογίζομαι τι πέρασε ο Χρήστος και πως σίγουρα θα ένιωσε ο Βασίλης που τον διέκοψα φωνάζοντας, όταν ο ίδιος προέκρινα την πρωτοβουλία του να μιλάς ελεύθερα χωρίς να κρίνεσαι. «Πάλι τα σκάτωσα! Αφήστε με γαμώτο!». Νομίζω πως παθαίνω κρίση πανικού. Ο ίδιος ο Γιάννης που στρίμωξα με μια μου φράση με παίρνει να καθίσουμε πιο κει.

  «Άραξε μεγάλε.. Όλοι τραβάμε τα λούκια μας. Είμαι δεκαεννιά και πίνω ψυχοφάρμακα. Δεν πίστεψα ποτέ πως θα υπάρξουν και άλλοι σαν εμένα. Αυτό με έσπρωξε στα πάρτυ, στο εφήμερο, στη νέκρωση συναισθημάτων όπως ψαγμένα θα ‘λεγες και συ. Αυτό και μόνο που γίνεται τώρα μου δίνει δύναμη. Μη ξεγράφεις τον  εαυτό σου. Είσαι χρήσιμος και σημαντικός για εμάς ακόμη και σε αυτή την κατάσταση. Σίγουρα πάντως δεν γκρεμίζεις ότι έχτισες. Όπου κουράζετε μια ψυχή, συνεχίζει η διπλανή του». Έχει δίκιο ο μικρός. Μένοντας  δεμένοι, ακόμη και αν σωριαστεί ο ένας, θα είναι εκεί άλλοι πέντε να τον παρασύρουν προς τα εμπρός. Και αργά η γρήγορα θα σηκωθεί. «Σε ευχαριστώ αδερφούλη μου», ψελλίζω. Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα άλλο, πάμε πίσω στο τραπέζι προτού κρυώσει η σούπα.

  Απότομα γυρνάμε πίσω στους υπόλοιπους, οι οποίοι με τη σειρά τους φέρνουν την κουβέντα σε άλλα νερά, ρηχά και ξεκούραστα. Σίγουρα έγινε προπαρασκευή όσο λείπαμε. «Χμμ.. πάλι τα ίδια ρε;», σκέφτομαι και ξεκολλάω. «Παιδιά σε πόση ώρα φτάνουμε;». «Ε σε κανένα δίωρο λογικά δένουμε», ενημερώνει ο Γιάννης που μία βάζει και μία βγάζει τα ακουστικά του. «Τέλεια, λοιπόν ποιος είναι για ταβλάκι;». Ο Χρήστος έχει πάρει τα πάνω του και τον χαίρομαι πραγματικά. Έτσι θα κυλήσει ο χρόνος μέχρι να φτάσουμε, απογευματάκι πια, στην πανέμορφη Ζάκυνθο. Και κάθε λεπτό που περνά μοιάζει λύτρωση, απομάκρυνση από το πρόσφατο ακανθώδες παρελθόν.

 Πλησιάζοντας στο νησί νιώθω τόσο δυνατός όσο δεν είχα νιώσει για καιρό. Γιατί πλέον δεν φοβάμαι την υποτροπή, την περιμένω ετοιμοπόλεμος. Οπλισμένος με ελπίδα βάσιμη. Μεγάλα λόγια θα πεις. Πόσες φορές το όχημα που λέμε σιγουριά καταλήγει συντρίμμια; Και συ τότε μουρμουράς: «Πάλι καλά που δεν έπαθε τίποτα ο οδηγός. Τα παλιοσίδερα ξαναφτιάχνονται». Ε πίστεψέ με, ο οδηγός, το πνεύμα σου, όντας ενέργεια δεν κινδυνεύει με εξάλειψη. Κι αν η ελπίδα τσακιστεί, έχεις ήδη την απάντηση.

 Αποβίβαση στον προορισμό μας. Ξεκίνησε μοναχικός και κατέληξε κοινός, ίσως γιατί κοινή είναι η μοίρα μας. Αν κάτι έμαθα όμως από το σύντομο αυτό ταξίδι είναι πως το να βουτήξεις στον ποταμό όταν κοπούν όλες οι γέφυρες είναι μια εύκολη απόφαση. Η ίδια η ροή των πραγμάτων θα σε ωθήσει κάποια στιγμή στον ευεργετικό αυτόν μονόδρομο. Μα πάντα θα υπάρχει μία η περισσότερες φαινομενικά αθώες δίνες έτοιμες να σε ρουφήξουν. Ονόμασε τα εμπόδια όπως εσύ θέλεις. Όρισε εσύ την απέναντι όχθη, από οποιοδήποτε σημείο στον χάρτη. Μα την ώρα που θα πνίγεσαι, το χέρι αυτού που διέσχισε πριν από εσένα το ποτάμι θα είναι αυτό που θα σε σώσει. Προετοιμάσου πνευματικά για την στιγμή εκείνη και μη διστάσεις να μιλήσεις όταν έρθει η ώρα σου. Η γαλήνη είναι προσωπική υπόθεση. Η κοινωνία των ψυχολογικών προβλημάτων όμως ζωτική για τη γαλήνη. Απομόνωσε ότι σε φθείρει,  μην απομονώνεσαι. Είσαι κοντά..

SideliK_2

*Αν θες, μπορείς να το κατεβάσεις ελεύθερα στον παρακάτω σύνδεσμο: http://bit.ly/1Rpte72