Σουπερμάρκετ

Jean Seberg

Μια τσάντα, μια πλαστική σακούλα.
Μια ντουζίνα κουπόνια και μια κοιλιά.
Που γουργουρίζει. Χωρίς σταματημό.
Ένα μαχαίρι μακριά την έφερε αυτή.

Δάκρυα. Δακρυγόνα αίτια.
Ψηλά το κεφάλι να έχεις.
Αν είναι θα ’ρθει, εκείνο,
το πλήρωμα του χρόνου.

Λυρισμός ή αξιοπρέπεια; Απορία.
Σεβασμός, αυταπάτες; Απόρροια.
Αλυσιδωτή αντίδραση και χάος.
Ένα μυαλό θολό, μαγεμένο.

Θρήνος. Διαδρομή.
Αφορμή για την πτώση
ή τη μεταμόρφωση.
Τι να πετάξεις;

SideliK_2

5:08

5.08

Τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά,
η λεπτή κλωστή στα ρούχα.
Μια κλεφτή ματιά σκιαγμένη
κι ύστερα γυρνώ πλευρά.

Σου πα μπορεί να στρώσω.
Εμένα, γραμμές, ή σεντόνια.
Σε τόσα πιόνια ανάμεσα,
πώς να το κατορθώσω;

Εμπόδια μακρινά,
πέρα απ’ το φαντασιακό.
Αλυσίδες, εδάφη με λεπίδες.
Μετά σηκώνομαι, ξανά.

Μυρίζουν χρώμα τόσο!
Απλώς δεν φαίνεται.
Αφότου ιδρώσω μονάχα..
Απογεύματα, 5 και κάτι λεπτά.

Κλωστή.
Σεντόνια.
Αλυσίδες.
Απλώς.

SideliK_2

Photography by Κωνσταντίνα Σταυροπούλου

Ανθρωπόλυκος

ανθρωπόλυκος3

Γκρίζα μαλλιά. Τζιν παντελόνι ψηλοκάβαλο, κι ένα φούτερ μαύρο από τη δουλειά. Ξεσκονίζει το δωμάτιο. Η σκούπα αδιάκοπα μουγκρίζει. Σέρνει την προέκταση πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω. Ο Τάσος πάντα έτσι ήταν. Σβήνει τη συσκευή, τσεκάρει για λίγο το κινητό του, τίποτα καινούριο. Τι να αλλάξει σε 5 λεπτά; Φοράει λίγο καλύτερα την παντόφλα του. Πίσω στο συμμάζεμα. “Πρέπει να πλύνω μερικά από τα πιάτα. Ξεχείλισε η γούρνα. Πρέπει να κάνω μπάνιο, να πάρω τσιγάρα.” Έχει έξοδο σήμερα. “Ή να πάρω τσιγάρα πρώτα;”

Χειμώνα – καλοκαίρι είναι ανάγκη να το κάνει. Τον γεμίζει το θέατρο, ο κινηματογράφος, οι συναυλίες. Ήχοι ηλεκτρισμένοι, ερμηνείες που σφίγγουν το στήθος. Η ταύτιση είναι ο οδηγός του, το πάθος του για ζωή. “Απόψε στις 8”. Δεν έχει αλλάξει κάτι, πριν λίγο το είδε. Είναι μια συνήθεια από τα φοιτητικά του χρόνια, κάθε Παρασκευή βράδυ κι ένας περίπατος. Μια διαδρομή που οδηγεί εκεί. Στο συμβάν.

Πολλά χαμόγελα τριγύρω, άνθρωποι καθιστοί και όρθιοι. Συναντά αμέσως τον Γιώργο. Ένας παλιός συμμαθητής, που του μοιάζει τόσο εξωτερικά. Πολλοί τους μπερδεύουν για αδέρφια. “Τι κάνεις Τάσο; Αύριο στις 12 έχουμε κινητοποίηση σχετικά με την μονιμότητά μας στον Δήμο, θα έρθεις;” Απαντά μ’ ένα νεύμα και συνεχίζει. Στην μια άκρη της αίθουσας, ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο για κάνα τρίλεπτο, με τα χέρια του ενός, σφιχτά περασμένα στην πλάτη του άλλου. Σαν ζουρλομανδύας. Παίρνει το βλέμμα του από πάνω τους. Γυρνάει πίσω του, στους καθρέφτες. Μια συστοιχία από δαύτους καλύπτει όλη την πλευρά. Συνεχίζει να βλέπει από μέσα τους, έμμεσα, ποτέ στα μάτια. Τρεις φοιτητές κολλάνε ένα τσιγάρο. Λίγες φωνές τους ακούγονται μετά βίας. Πολιτικά, γυναίκες, αγωνίες πασης φύσεως. “Δεν ξέρουν τα πιτσιρίκια ρε. Τίποτα.” Το μουρμουρητό συνεχίζεται, με το που αντικρίσει δυο κοπέλες να τα λένε δίπλα – δίπλα. Καθισμένες στα άνετα καθίσματα, χαλαρές, με τα γόνατα στραμμένα προς την συντροφιά εκατέρωθεν. “Απέτυχα, έφτασα τα 50 και ακόμη χάνομαι. Τελειώνει ο χρόνος.” Προσπαθεί να μη τα σκέφτεται, μάταια όμως. Αρπάζει γρήγορα το μπουφάν του από τον πάγκο, ντύνεται ατσούμπαλα και εξαφανίζεται. Αφήνει πίσω του ο,τι “έχασε”.

Έξω στο πεζοδρόμιο όλα κυλάνε κάπως αργά. Η ματιά του θολή, λες και ανέβασε 10 βαθμούς μυωπία με το που έκλεισε πίσω του την πόρτα. Σκιές τριγύρω, καθιστές και όρθιες. Έλλειψη.

Έχει πάει 2. “Πεινάω. Πρέπει να φάω και να τρέξω στο μετρό”. Κουμπώνει με επιμέλεια μέχρι το λαιμό τα κουμπιά του μπουφάν του και εισβάλει στο κατάστημα. Με βλέμμα σκυθρωπό, με πικρία αστέγου στα μάτια, παραγγέλνει, μα μόνο σαν παράγγελμα δεν μοιάζει. Πληρώνει την ικεσία του για ένα σάντουιτς. Λίγες μπουκιές μετά, χαμογελάει. “Από αύριο, αλλάζω ζωή, θα ζητήσω βοήθεια..” Έκκριση.

Επόμενος σταθμός, “Απογοήτευση”. Οι φωνές στο κεφάλι πληθαίνουν καθώς ανεβαίνει τα σκαλιά δυο – δυο, ξεπροβάλλοντας στην επιφάνεια. Χαζεύει την μισοσκισμένη, ξεβαμμένη από τον χρόνο, προεκλογική αφίσα της ελπίδας. Οι παλμοί ανεβαίνουν. “Ανόητε, φυγόπονε!” Ύστερα από μισή ώρα, τρέμει. Στρίβει σιχτιρίζοντας ένα τσιγάρο με τα παγωμένα του δάχτυλα. Έφτασε το λεωφορείο, επιτέλους. Λίγα λεπτά μετά, το περιπολικό και το ασθενοφόρο. Τη γόπα από το μισοτελειωμένο τσιγάρο θα την μαζέψει τρεις μέρες αργότερα ο Γιώργος.

SideliK_2

photography by Stathis Xanthopoulos

Ρίψη

andy warhol suicide 1964

Μάχη σώμα με σώμα,
μα σαν σκιαμαχία.
Η βροχή μία σε γαληνεύει,
μια σε μπερδεύει η μανία.
Δε φτάνει, έχεις ακόμα.

Το νεφέλωμα γκρίζα παίζει.
Παιχνίδια, χέρι που σπρώχνει.
Κάτι με διώχνει γαμώτο..
Απαιτήσεις, θανατηφόρα λόγχη.
Σιμά, το δάκρυ τρέχει..

Θολωμένη εχθές η ματιά μου.
Πρησμένη η φάτσα, κόκκινη.
Απρόσμενη σιγουριά πιο πριν,
τσιμεντένια σαν το περβάζι.
Οπλισμένη με τα ουρλιαχτά μου.

Είναι χαρά σου να σκορπίζεις;
Θερίζεις σαν χάρος το ξέρεις;
Ίσως είμαι αφελής και ήλπιζα.
Αρτιμελής, νέος, πως κύλισα;
Ο ψόγος, οι ενοχές κι ο θάνατος.

SideliK_2

Art: Andy Warhol – Suicide (1964)

Επιστροφή στην αρχή (stray thoughts vol. 22)

επιστροφή στην αρχή final_

Περπατώ στον ελαφρώς ανηφορικό δρόμο προς τη γειτονιά μου. Η άσφαλτος αχνίζει, θαρρώ πως μπορώ να δω τους ατμούς να αναδύονται από το ραγισμένο οδόστρωμα. Μάταια όμως.. Σκυφτός πάντα, βαδίζω σκαλώνοντας με τις κολλημένες τσίχλες στο πεζοδρόμιο. Πότε–πότε, σηκώνω το κεφάλι μου για να επιβεβαιώσω πως προσπέρασα ακόμη μια στάση λεωφορείου. «Θα το πιάσω στην επόμενη».
Η μυρωδιά της άνοιξης και τα κίτρινα ταξί που περνάνε αραιά και που καλυτερεύουν κάπως την κατάσταση. Θέμα προσέγγισης είναι όλα. Επιστροφή στην αρχή.

SideliK_2

Photography by Κωνσταντίνα Σταυροπούλου (konina_photography)

Έρια (stray thoughts vol. 21)

Έρια small

Βαδίζω πλάι στο ποτάμι. Αυτό κατεβαίνει, εγώ ανεβαίνω, μπορεί και το αντίθετο. Στα δεξιά μου, ψιλοβρέχω τα πόδια μου σκαλίζοντας τις σκουροπράσινες άλγες που ντύνουν τα βότσαλα,αφήνοντας αχνά αποτυπώματα.
Ρωγμές φωτός διαπερνούν τα φύλλα που με σκιάζουν. Χτυπούν εκεί ακριβώς, στα πόδια μου.
Τα νερόφιδα με αγνοούν όπως αγνοώ τη μαυρίλα της ψυχής μου.
Αφήνω να ξεθωριάσει το πορτραίτο της. Να γεμίσει δεκάδες αχνές, λευκές γραμμές. Απόλυτα συνεπής στα ραντεβού μου.

SideliK_2

Ανάμνηση vs Κατάθλιψη (stray thoughts vol. 19)

anamnisi vs katathlipsi

Είναι από κάτω. Χτυπάει επίμονα την πόρτα και φωνάζει σαν τρελή. Αλαφιασμένη, τη βλέπω με μια κλεφτή ματιά από το παράθυρο. Οι χτύποι δυναμώνουν όλο και πιο πολύ, φοβάμαι πως θα μαζευτούν οι γείτονες και θα γελάνε! Λες να μπει μέσα; Ωχ διάολε, ξεκόλλα λίγο με τη ζωή μου! Κατεβαίνω στο ισόγειο και βάζω κόντρα στην πόρτα με όλη μου τη δύναμη. Πότε γλιστράω προς τα πίσω, πότε δείχνω ικανός να κλείσω ξανά την πόρτα και να περάσω τον σύρτη στη θέση του. Φαντάζει σαν τη δοκιμασία της Πηνελόπης όλο αυτό. Άξαφνα, η αδράνεια με πετάει μπροστά με δύναμη, τα χέρια μου λυγίζουν στο ύψος των αγκώνων και νιώθω ένα μούδιασμα στο πηγούνι. Η πόρτα κυλάει προς τα πίσω και εγώ διστακτικά ξεπροβάλλω το ζαλισμένο μου κεφάλι από την είσοδο, έξω στον κόσμο. Δεν είναι κανείς εκεί. Τι είχε συμβεί; Το μόνο που θυμάμαι είναι πως κάτι θυμήθηκα.

SideliK_2

Photograpy by Stella Fasoula (@_stella_f_)