Γαμήσου Άνθρωπε

Να σε ρωτήσω κάτι;

Γιατί είμαστε τόσο απόμακροι;
Πάντα έτσι ήμασταν οι άνθρωποι;
Γιατί υπεραναλύουμε τα πάντα με όρους αγοράς και απόδοσης;
‘Η μήπως μονάχα εγώ το κάνω αυτό;

Γιατί το να έχεις ένα στήριγμα ή να είσαι εσύ στήριγμα για κάποιον είναι τόσο εκτός μόδας, όσο μια ατζέντα σε σχέση με το κινητό;
Είναι όλα θέμα άνεσης και ταχύτητας;
Πρέπει να προλάβεις;

Το να ξύσεις ένα μολύβι είναι βαρετό κι οι γόμες λερώνουν.
Μα θυμάσαι σαν χτες που ζητούσες ξύστρα. Που τίναζες το τετράδιο, για να πέσουν τα τρίμματα.
Δεν θυμάσαι όμως το τελευταίο σου swipe.

Ντρέπεσαι να διαβάσεις φωναχτά, να γράψεις χειρόγραφα και πάρεις ένα τηλέφωνο.
Μετράς τα κέρματα για να βγεις, δεν κερνάς και πνίγεις το πόνο σου γιαυτό.
Με το ποτό που θα κερνούσες.

Γαμήσου, αλήθεια!
Άνθρωπε, κτήνος με τρόπους.

SideliK_2

painting: Nancy Ogilvie – ‘Beasts’ (2014)

Sponsored Post Learn from the experts: Create a successful blog with our brand new courseThe WordPress.com Blog

WordPress.com is excited to announce our newest offering: a course just for beginning bloggers where you’ll learn everything you need to know about blogging from the most trusted experts in the industry. We have helped millions of blogs get up and running, we know what works, and we want you to to know everything we know. This course provides all the fundamental skills and inspiration you need to get your blog started, an interactive community forum, and content updated annually.

Δίπολο

Στάση Μετρό “Μοναστηράκι”. Ώρα δέκα το πρωί, την Κυριακή κάποιου Νοέμβρη. Τα δυο κορίτσια περιμένουν τον συρμό της επιστροφής.
“- Πιάνεις σε παρακαλώ το κινητό απ΄ την τσάντα μου;”
Η Μαριάννα, μια κοπέλα συνεσταλμένη, κολλημένη με τον Τάσο.
Η Στέλλα, ανεξάρτητη, αυτόνομη όπως αρέσκεται να δηλώνει. Λίγο ευέξαπτη όμως, τρώγεται με τα ρούχα της. Βάζει το χέρι της στην πάνινη τσάντα, πιάνει και δίνει το τηλέφωνο στη Μαριάννα.
“- Θενξ.. Ωχ!”
Οχτώ αναπάντητες κλήσεις. Οχτώ βαριές ανάσες. Η αγωνία αποτυπώνεται στην ένδειξη της οθόνης. Αγωνία που γιγαντώνεται με την αποδοχή της ένατης κλήσης.
“- Αγάπη μου, δεν είχε σήμα! Τώρα γυρνάμε.”
Λίγες φωνές απ΄ την αντίπερα όχθη κι ένας βόμβος προκαλούν κατήφεια στη Μαριάννα.
Η Στέλλα αρπάζεται πάλι. “Αν συνεχίζεις έτσι, δεν το βλέπω να ξαναβγαίνουμε. Ξεκόλλα τη ζωή σου με τον κάθε μαλάκα. Έχω τον δικό μου, έχω και σένα να κλαίγεσαι.”
Μιλάει μόνη της. Μια άλλη οθόνη έχει ρουφήξει το βλέμμα της Μαριάννας. Η πινακίδα: “Δουκίσσης Πλακεντίας – 1’”.

Είκοσι ώρες πριν, σ’ ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη. Το τηλέφωνο χτυπά.
“- Έλα ρε, μισό να ανοίξω την πόρτα. Είχα πεταχτεί για τσιγάρα. Να βρεθούμε κατά τις δέκα το βράδυ, είναι καλά;”
“- Ναι ρε μια χαρά!”
“- Θα μιλήσουμε και πιο μετά, φιλιά.”
Η Στέλλα. Περίμενε πως και πως να σκάσει σε τεκνόπαρτο και το event στο “Λιφτ”, σε μια στοά του Συντάγματος, της έκατσε κουτί. Στο υπνοδωμάτιο την περιμένει η “σχέση” της.
“- Ήρθες μωράκι μου; Σου έκανα πρωινό. Χυμό κι ομελέτα.”
“- Σου ‘πα δε θέλω ρε Γιώργο. Ρε γαμώτο γιατί δε με προσέχεις;”
“- Συγνώμη..”
“-Άστα αυτά τώρα, δεν διορθώνεσαι εσύ. Θα με πηδήξεις;”
Η Στέλλα κάθεται στο κρεββάτι και βγάζει τα σταράκια της. Κατεβάζει το κολάν, ξαπλώνει ανάσκελα ανοίγει τα πόδια.
“- Τι περιμένεις;”
“- Ε…Εντάξει.”
Την προσεγγίζει αμήχανα. Αγχωμένο σεξ, μετά σιωπή και τσιγάρο. Δεν είναι για τρυφερότητες αυτή, υπερβολικά ρομαντικός εκείνος. Τον αφήνει μόνο του και συνοφρυωμένο και βαδίζει προς την κουζίνα για μια γραμμή.
“ -Τι καταλαβαίνεις με αυτό ρε μωρό μου;”, αναρωτιέται ο Γιώργος.
“- Κομμένα τα μωρό μου!”
“ – Μα τόσοι μήνες περάσαν…” Βουρκώνει.
“ – Έλα τώρα τι έπαθες, μην κλαις γλυκάκι!”
“- Άσε με…”
Η Στέλλα δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο.
“- Πολύ ευαίσθητος είσαι! Ρε κοιτάτε έναν άντρα ρε! Μα καλά, δεν παίζει να σεβαστείς τα θέλω μου; Μήπως φταίω και που δε σου σηκώνεται;”

Βράδιασε. Λαμπάκια από κλειστά μαγαζιά, φώτα από αμάξια, κόρνες και ημιμεθυσμένοι, μέσα στην καύλα μετέφηβοι. Πίσω τους, έγκλημα και βρωμιά. Σα να λέμε μιζέρια με γκλίττερ.
Στο πάρτυ.
“- Καλώς την, πάμε για ποτά.”
Η Στέλλα έχει πιασμένο το καρέ κόκκινο μαλλί της και φορά ένα αμάνικο μπλουζάκι, χωρίς σουτιέν. Ιδρωμένες ήδη κατευθύνονται στο μπαρ. Παίρνουν τα ποτά και ξαποσταίνουν. Σκύβει να ξύσει το πόδι της, μιας και κάποιο κουνούπι ξεχειμωνιάζει στην Αθήνα. Η φαγούρα στη γάμπα έχει επίκεντρο το ταττού της: Έναν ιστό αράχνης.
Η Μαριάννα τινάζει την κόκκινη φούστα της διώχνοντας τις στάχτες απ’ το τσιγάρο. Κοιτάζεται σε μια κοντινή βιτρίνα και ξαναπερνάει το μαύρο κραγιόν της. Αγχώνεται όμως με τα περιττά κιλά της.
“- Τι έχεις”, θα την ρωτήσει η Στέλλα.
“- Δεν περνάω καλά, τον ικανοποιώ αλλά εγώ καθόλου, τίποτα. Εχθές ήθελε να τον γλύψω ·ήμουν κουρασμένη και επέμεινε. “Σε θέλω” και “Σε θέλω” συνέχεια, τι να κάνω δέχτηκα. Κάναμε ότι κάναμε και όταν τελείωσε με άφησε έτσι.”
“- Δεν ξέρεις πως έχουμε δικαιώματα στο σεξ;” Η Στέλλα ξέρει καλά για αυτά.
“- Ποια δικαιώματα, που να κατέβει εκεί κάτω του ζητάω και σιχαίνεται! Όταν έχω περίοδο όμως, μια χαρά το κάνουμε.”
Δυο τύποι απέναντι κοιτάνε επίμονα.. Κοντά στην ηλικία τους, φοιτητές μάλλον. Η Στέλλα ανταποδίδει το βλέμμα, σκουντάει την Μαριάννα μα εκείνη δε σαλεύει. Κοιτάζει κάτω.
“- Τέλος πάντων, σ’ αρέσει η καινούρια μου φούστα; Ήθελα να βάλω εκείνο το σορτσάκι αλλά ο Τάσος δεν με άφηνε. Έγινε έξαλλος όταν το ’δε.”
“- Πας καλά; Λοιπόν, πάμε να χορέψουμε με τα παιδιά;”
“- Άστο καλύτερα, σε λίγο.” Η Μαριάννα διστάζει.
“- Καλά άραξε, κάτσε μόνη σου. Εγώ πάω!”
“- Περίμενε, έρχομαι. Ωχ, μισό χτυπάει το κινητό μου. Αυτός είναι!”
“- Καλά..”

Κυριακή ξανά. Δέκα και μισή το πρωί. Σκοτεινός τρίτος όροφος, μυρωδιά σαν ημιυπόγειο, αν και συνήθως η κυρά Μαρία απ’ το διπλανό διαμέρισμα σφουγγαρίζει. Μπορεί να φταίνε τα χνώτα που βρωμάνε αλκοόλ. Η ξύλινη πόρτα ανοίγει και τα παπούτσια χτυπάνε τον τοίχο. Η Στέλλα χύνεται στην πολυθρόνα. Ένα τελευταίο τσιγάρο, λίγα ακόμη δάκρυα μοναξιάς.
Η Μαριάννα τα σκουπίζει, βλέπει τον Τάσο να απομακρύνεται με το αμάξι. Την περίμενε τρελαμένος κάτω απ’ το σπίτι της. “Την επόμενη φορά τελειώσαμε!”. Αυτό αντηχεί στα αυτιά της εδώ και ένα πεντάλεπτο .Σκουπίζει το αίμα από τα χείλη της, μαζεύει το κινητό από το πεζοδρόμιο και προσπαθεί με τρεμάμενο χέρι να κουμπώσει το καπάκι. Σκρολάρει ψάχνοντας την Στέλλα στις επαφές. “Γάμησε το, δεν έχει νόημα..”

SideliK_2

photography by Theologos Karagiannopoulos

Απώλεια

apwleia

Σκιερές διαβάσεις.. Ελεύθερα καλούν, να τις περάσεις.
Τσουλώ κι εγώ στο υπόγειο, αναγκαστικά. Μου τρέχουν τα σάλια σαν αντικρίζω τη μορφή σου. Ξέρεις για την πεντάμορφη και το τέρας ; Δεν υπάρχει φόβος.
Ερπετό μεθυσμένο πια μ’ ένα παράπονο. Στο βάθος, το λευκό φως.

SideliK_2

photography by Ellie Antonakou

Parapluie

Ταξιδιώτης σ’ έναν ουρανό,
που ριπές φωτός τον σκίζουν.
Περιστρέφομαι.

Σαν χρώμα παίρνεις ροζ,
γεύομαι τις φράουλες, με λυγίζουν!
Παγιδεύομαι;

Έρχονται.
Τα άστρα ενώ σφύζουν ψυχραίνεις.
Να ικανοποιηθείς ακόμα;

Μες το γοητευτικό νεφέλωμα,
είσαι ηλιαχτίδα πριν σε στήσουν.
-Στον τοίχο ρε!

Ποτέ μην δώσεις όνομα,
ματιές που θα μιλήσουν, μήτε χάδια.
Δεν τέμνονται.

Χαίρονται:
Όσοι πορεύονται λυτοί, λέφτεροι ζουν,
αν όχι, θα μ’ ακούσαν.

SideliK_2

photography by Theologos Karagiannopoulos

Απόδραση

Το κελί υποβρύχιο, σκουριασμένο.
Σκοτεινό και ανέλπιδο.
Σερί το πήγα κι απόψε,
κολυμπώντας για το ανέφικτο.

Αχτίδες φωτός περνάνε μέσα,
τα μεσημέρια μονάχα.
Αλγεινές καταλήξεις.
Αχ, το απροσδόκητο να χα!

Σκέψεις περιπολούν σαν μπάτσοι.
Ό,τι πάσχει αναπληρώνουν.
Τη θέληση, τη νηφαλιότητα,
όσα αλλού θα ήταν μαύρη στάχτη.

Εγώ εκεί, αναμένω δίχως κίνηση.
Προπέλες ηχούν, παύση
κι εδώ ίσως τελειώνει.
Μα η απόλυτη σιωπή είναι δράση.

Σ’ είχε κυριεύσει ο φόβος κάποτε,
όταν σε χτύπησα θυμάσαι;
Τις σιδερένιες μπάρες λύγισα.
Ξυπνώ εμέ, για μένα νήχομαι απόψε.

SideliK_2

photography by Ανδριανή Κοκκαλάρα

Stray thoughts (κυκλοφόρησε!)

img_2443

23 αποτυπώματα μια ταραχώδους διετίας. Ένα ταξίδι πεζής ποίησης μόλις κυκλοφόρησε. Αν θες να αποκτήσεις την συλλογή στείλε mail στο sidelik_2@mail.com, στη σελίδα SideliK_2  στο facebook ή στο προφιλ sidelik_2 στο instagram. Η τιμή είναι στα 4 €.
Ευχαριστώ όλους όσοι συμμετειχαν με την κάμερα, το σκίτσο ή την ύπαρξη τους:
Αθανάσιος Τσαβουσέλης, Ανδριανή Κοκκαλάρα, Έλμα Κάσδαγλη, Θεολόγος Καραγιαννόπουλος, Κωνσταντίνα Σταυροπούλου, Μάνος Τζιβάκης, Στέλλα Φασούλα, Jay.

img_2442

Αέναο

aenao

Δυνατός ήχος και άτσαλο χτύπημα,
ύστερα νερό στο πρόσωπο.
Μια φλόγα κάτω απ’ το μπρίκι,
μια εκεί πάνω, στον ουρανό.
Ιδρώτας στο μέτωπο.
Η φρυγανιά, ήδη μια μπουκιά,
ο καφές, στο στομάχι ποταμός.
Έξοδος.

Φαντάζει πρωινός περίπατος,
η διαδρομή, σε δάσος.
Μα είν’ αναγκαίο ένα ποδήλατο.
Τα δέντρα είναι τσιμεντένια
και τα λίγα χόρτα ξερά.
Στράφι η πείρα, σκυφτός, γεμάτος άγχος.
Η επίπεδη μιζέρια, με βουνό μοιάζει.
Άφιξη.

Ανάταση το διάλειμμα αλλά αργεί.
Ώρα εφτά, εφτά επί δέκα τελάρα.
Κι η φωνή στο αυτί σου γρυλίζει,
ο ήλιος ξεφλουδίζει τη σάρκα σου.
Βρίζουν τη ράτσα σου.
Έλα, ανάσανε, κοντεύει μεσημέρι.
Ύστερα απόγευμα, καιρός για ανάπαυση.
Κάματος.

Η επιστροφή, σπρωξιά για γοργοπεταλιά.
Τι να σκέφτεται; Μπορεί άραγε;
Συννέφιασε άξαφνα, να λες πάλι καλά.”
Πονάνε τα γέρικα του μπράτσα, πιαστήκαν οι γάμπες.
Το παγκάκι μοιάζει θρόνος,
για δες το χαλάκι από πευκοβελόνες, τον τραβά.
Όταν κλάψει ο ουρανός θα ναι αργά, υπομονή.
Ώσπου;

SideliK_2

photography by Theologos Karagiannopoulos

Κι άμα ζω..

fish-4

Δύσκολοι καιροί αρρώστιας,
εύκολοι καιροί αρπαχτής.
Έχω πονόδοντο, μισός για αυτή.
Απονιάς παιδί, προσοχή στέκω.

Το σαγόνι κρατώ να μην τρέμει,
ματώνει το χείλος χωρίς φιλιά.
Η τύρβη του πνεύματος δε σταματά.
Μ’ ένα αντίκρυσμα, παγώνει η φωνή.

Μακάρι αγάπη να ‘ταν, όχι οργή.
Να σε πάρει η ροή του ποταμού,
αυτό να ευχόμουν, όχι ο βαρκάρης.
Σε κάθε ρεπό μου να μη σκεφτόμουν.

Πάρε τα πόδια σου να φύγουμε,
σε κανέναν δε θα πω τα μαντάτα.
Άλλωστε, ποια ψυχή θα ρωτήσει;
Αν φύγαμε, που πάμε κι άμα ζω..

SideliK_2

photography by Valia Kappi

Κορίτσι στη θάλασσα

37960032

Η καυτή άμμος τσουρουφλίζει τα πέλματα,
ο ιδρώτας στάζει, μαζί με τις τελευταίες έγνοιες.
Του γυρισμού εκείνες, μεσημέρια στην τσιμεντούπολη.
Τα πυρωμένα βότσαλα χτυπούν σαν τα στενά σου παπούτσια.
Η δυσφορία θα σβήσει σύντομα,
σαν χυθείς στο υγρό σου κρεββάτι.

Δροσιά, ανακούφιση και μουσική.
Όπως τα κύματα κροταλίζουν, σκέφτεσαι το πλυντήριο.
Δεν χρειάζεται, όλα τελειώσαν.
Μία ακόμη σεζόν πέρασε σαν αεράκι
κι οι χαρακιές θα επουλωθούν, ησύχασε.
Ίσα που φαίνεται ο ορίζοντας.

Αστράφτουν οι ηλιαχτίδες, σε τυφλώνουν.
Καίγεται η σάρκα σου απ’ τη μια,
παγώνει το κορμί σου από την άλλη.
Μνήμες ξανά, βαριά η ανάσα.
Στη βιοτεχνία, ήταν μια σόμπα αλογόνου και υγρασία.
Σύγχυση, κράμπες και φασαρία.

Πετάς το καφτάνι πλάι στις σαγιονάρες,
βγάζεις τη μάσκα και το καπέλο.
Αρπάζεις τη συνάδελφο, πάτε για τσιγάρο.
Η απελευθέρωση είναι προσωρινή, μα ζωογόνος.
Θα μπεις;”, φωνάζεις στην σύντροφό σου κι ακολουθεί.
Οξυγόνο στον άρρωστο, γιατρειά πριν η μόλυνση επιστρέψει.

SideliK_2

photography by valentinaumki