Πρωτόγονο

Το δροσερό σεντόνι κι η άοσμη μαξιλαροθήκη με ωθούν να βυθιστώ στο λήθαργο. Γλυκιά που είσαι υπνηλία, παίρνεις μακριά κάθε έγνοια! Η θολούρα, τα ζόρια και το δέλεαρ της χαρακιάς μπορούν να περιμένουν. Μα η έκβαση παραμένει πορφυρή.

Όρθωσε ανάστημα, σύρε τα πόδια σου ως τον καθρέφτη και μούσκεψε το πρόσωπό σου. Τίναξε τα τρεμάμενα χέρια και χώσου στον πρόχειρο ρουχισμό. Το βάρος δεν πέφτει στην όψη αλλά βαθειά κάτω απ’ το στέρνο. Πίσω απ’ τη ρουτίνα, το τσιμέντο και τις προβολές του υποσυνείδητου.

Το μίσος διαλύεται σα νεφέλωμα στον άνεμο, όντας κάπου κοντά στη φύση. Την δική σου ή της πλάσης. Μια γεμάτη αγάπη διάδραση, που κάμνει τη σκέψη αλλιώτικη. Δίχως εμπόδια κι ιδέες, αγνή θνητότητα.

SideliK_2

Το κρίμα της υπομονής

Το μίσος, ο εγωισμός κι η ματαιοδοξία ήτανε πάντα εκεί. Είναι και θα είναι όσο τ’ αφήνεις. Κλειδαμπαρωμένα πίσω από πόρτες και παραθύρια, εσύ τυλιγμένη με τα σκεπάσματα. Προσμένεις το ιδανικό μάλλον. Μονάχα υποθέσεις μπορώ να κάνω.

Θαρρώ πως κάποτε θα ανοίξεις, γι’ αυτό στέκομαι απέξω μερόνυχτα ολόκληρα. Τσιγάρο στο τσιγάρο, μα η υπομονή δεν εξαντλείται. Με τα αηδόνια της άνοιξης κι οι ελπίδες, με τα φύλλα που πέφτουν η ανησυχία. Πότε ψύχος κατοικεί στα πνευμόνια μου και πότε γεύομαι τον γλυκό ιδρώτα.

Βγες για λίγο! Κάτω απ’ τον θερινό ήλιο μισόκλεισε τα μάτια σου κι αντάμωσε με! Μια αγκαλιά, μισό χαμόγελο έστω. Ω καταδίκη μου, αέναο ταξίδι. Αφετηρία και τερματισμός η αγάπη εκείνη που καταχώνιασες στο σεντούκι.

SideliK_2

photography by Ellie Antonakou

Απόσταση

Μια ζοφερή προσπάθεια να σπάσουν,
τα δεσμά κι οι μπόλικες τύψεις.
Αν επιζήσει, μαζί θα γεράσουν,
διαφορετικά στα «αν» θα κολλήσει.

Γιατί η σκάλα τρίζει, γιατί τόσα σκαλιά;
Το χέρι της στα ψηλά απλωμένο καρτερεί,
«λέγε με αυτοεκτίμηση» του φωνάζει.
Μα κάθε του βήμα προς τα πίσω, εμμονή.

Νέο ξεκίνημα, όπου νέο το παλιό.
Σκουριασμένες αποφάσεις δίχως τέλος.
Ράβει πληγές πίνοντας θάνατο,
ύστερα πετάει τη ραπτομηχανή στο κενό.

Υπάρχει διόλου καύσιμο μέσα του;
Η αγάπη – σπίθα εδώ και καιρό αγνοείται..
Καρδιά παγωμένη σαν έκθεμα μουσείου
και μια απογοητευμένη εκατέρωθεν ματιά.

SideliK_2

Pills

Με το μυαλό πήχτρα κατηφορίζω, λιτά και απέρριτα τα πόδια μου σέρνω. Ψαύω τους βρώμικους τοίχους με τις μισοσκισμένες αφίσες, κοιτάζω γύρω μου με μάτια υγρά. Κίτρινα φώτα που τυφλώνουν, κανείς τριγύρω. Το ταξί που φρενάρει απότομα στη διάβαση με ξυπνά.

Πρόσεχε ρε μαλάκα! Δεν θυμάμαι τίποτα, οπότε δίνω βάση στην οσμή. Η Αθήνα ζέχνει σαν τη ζωή μου, τη ζωή μας. Ιδρωτίλα, φτηνές κολόνιες και αίμα απ’ τα χείλη της. Αλόγιστη η χρήση μα πρέπει να το παλέψω.

Κάτι αχνοφαίνεται. Οι φιγούρες, τα ένοχα βλέμματα των κατά τα άλλα κατήγορων. Των ισαποστάκηδων και των αδιάφορων. Θαρρώ πως είναι ραγισμένοι καθρέφτες και κάθε θραύσμα γυαλιού που πέφτει είναι και μια εγκεφαλική σύναψη. Από πού κλείνει; Παρελθόν.

Το παρόν το κλείνει. Όχι δίχως κόστος όμως. Σ’ ένα καναπέ, στο αποκάρωμα της συνταγογράφησης. Στα αυτιά μου U Recken και γω να προσπαθώ να γυρίσω νοητά τον χρόνο πίσω. Αποζητώ τις ταχυκαρδίες , το δάκρυ. Την αλήθεια στα ψέματα μας.

SideliK_2

photography by Nefeli Charvalia

Goodbye

Μονόδρομοι φλεγόμενοι δεξιά κι αριστερά. Τι σκατά συμβαίνει; Η τσιμεντόσκονη μυρίζει αχνά, τα πέλματα πληγιάζονται απ’ τα χαλίκια ενώ το χέρι τρέμει.
Στην κόψη βαδίζω και κόβομαι, μα συνεχίζω να μη το σβήνω. Εκείνο το χαρτί που έδωσα τα πάντα μου κι αποκρίθηκες μ’ άρνηση. Ιδρώτας στάζει.
Σε ερειπωμένο τόπο στοχεύω να χαθώ, σε πάρκα ραδιενεργά. Φαντάζει παράλογο κι όμως, είναι λογικό. Γιατί ζωή αντί πέρατος; Αφού δεν παίζει να λυτρωθώ..

SideliK_2

photography by Ellie Antonakou

Γαμήσου Άνθρωπε

Να σε ρωτήσω κάτι;

Γιατί είμαστε τόσο απόμακροι;
Πάντα έτσι ήμασταν οι άνθρωποι;
Γιατί υπεραναλύουμε τα πάντα με όρους αγοράς και απόδοσης;
‘Η μήπως μονάχα εγώ το κάνω αυτό;

Γιατί το να έχεις ένα στήριγμα ή να είσαι εσύ στήριγμα για κάποιον είναι τόσο εκτός μόδας, όσο μια ατζέντα σε σχέση με το κινητό;
Είναι όλα θέμα άνεσης και ταχύτητας;
Πρέπει να προλάβεις;

Το να ξύσεις ένα μολύβι είναι βαρετό κι οι γόμες λερώνουν.
Μα θυμάσαι σαν χτες που ζητούσες ξύστρα. Που τίναζες το τετράδιο, για να πέσουν τα τρίμματα.
Δεν θυμάσαι όμως το τελευταίο σου swipe.

Ντρέπεσαι να διαβάσεις φωναχτά, να γράψεις χειρόγραφα και πάρεις ένα τηλέφωνο.
Μετράς τα κέρματα για να βγεις, δεν κερνάς και πνίγεις το πόνο σου γιαυτό.
Με το ποτό που θα κερνούσες.

Γαμήσου, αλήθεια!
Άνθρωπε, κτήνος με τρόπους.

SideliK_2

painting: Nancy Ogilvie – ‘Beasts’ (2014)

Δίπολο

Στάση Μετρό “Μοναστηράκι”. Ώρα δέκα το πρωί, την Κυριακή κάποιου Νοέμβρη. Τα δυο κορίτσια περιμένουν τον συρμό της επιστροφής.
“- Πιάνεις σε παρακαλώ το κινητό απ΄ την τσάντα μου;”
Η Μαριάννα, μια κοπέλα συνεσταλμένη, κολλημένη με τον Τάσο.
Η Στέλλα, ανεξάρτητη, αυτόνομη όπως αρέσκεται να δηλώνει. Λίγο ευέξαπτη όμως, τρώγεται με τα ρούχα της. Βάζει το χέρι της στην πάνινη τσάντα, πιάνει και δίνει το τηλέφωνο στη Μαριάννα.
“- Θενξ.. Ωχ!”
Οχτώ αναπάντητες κλήσεις. Οχτώ βαριές ανάσες. Η αγωνία αποτυπώνεται στην ένδειξη της οθόνης. Αγωνία που γιγαντώνεται με την αποδοχή της ένατης κλήσης.
“- Αγάπη μου, δεν είχε σήμα! Τώρα γυρνάμε.”
Λίγες φωνές απ΄ την αντίπερα όχθη κι ένας βόμβος προκαλούν κατήφεια στη Μαριάννα.
Η Στέλλα αρπάζεται πάλι. “Αν συνεχίζεις έτσι, δεν το βλέπω να ξαναβγαίνουμε. Ξεκόλλα τη ζωή σου με τον κάθε μαλάκα. Έχω τον δικό μου, έχω και σένα να κλαίγεσαι.”
Μιλάει μόνη της. Μια άλλη οθόνη έχει ρουφήξει το βλέμμα της Μαριάννας. Η πινακίδα: “Δουκίσσης Πλακεντίας – 1’”.

Είκοσι ώρες πριν, σ’ ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη. Το τηλέφωνο χτυπά.
“- Έλα ρε, μισό να ανοίξω την πόρτα. Είχα πεταχτεί για τσιγάρα. Να βρεθούμε κατά τις δέκα το βράδυ, είναι καλά;”
“- Ναι ρε μια χαρά!”
“- Θα μιλήσουμε και πιο μετά, φιλιά.”
Η Στέλλα. Περίμενε πως και πως να σκάσει σε τεκνόπαρτο και το event στο “Λιφτ”, σε μια στοά του Συντάγματος, της έκατσε κουτί. Στο υπνοδωμάτιο την περιμένει η “σχέση” της.
“- Ήρθες μωράκι μου; Σου έκανα πρωινό. Χυμό κι ομελέτα.”
“- Σου ‘πα δε θέλω ρε Γιώργο. Ρε γαμώτο γιατί δε με προσέχεις;”
“- Συγνώμη..”
“-Άστα αυτά τώρα, δεν διορθώνεσαι εσύ. Θα με πηδήξεις;”
Η Στέλλα κάθεται στο κρεββάτι και βγάζει τα σταράκια της. Κατεβάζει το κολάν, ξαπλώνει ανάσκελα ανοίγει τα πόδια.
“- Τι περιμένεις;”
“- Ε…Εντάξει.”
Την προσεγγίζει αμήχανα. Αγχωμένο σεξ, μετά σιωπή και τσιγάρο. Δεν είναι για τρυφερότητες αυτή, υπερβολικά ρομαντικός εκείνος. Τον αφήνει μόνο του και συνοφρυωμένο και βαδίζει προς την κουζίνα για μια γραμμή.
“ -Τι καταλαβαίνεις με αυτό ρε μωρό μου;”, αναρωτιέται ο Γιώργος.
“- Κομμένα τα μωρό μου!”
“ – Μα τόσοι μήνες περάσαν…” Βουρκώνει.
“ – Έλα τώρα τι έπαθες, μην κλαις γλυκάκι!”
“- Άσε με…”
Η Στέλλα δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο.
“- Πολύ ευαίσθητος είσαι! Ρε κοιτάτε έναν άντρα ρε! Μα καλά, δεν παίζει να σεβαστείς τα θέλω μου; Μήπως φταίω και που δε σου σηκώνεται;”

Βράδιασε. Λαμπάκια από κλειστά μαγαζιά, φώτα από αμάξια, κόρνες και ημιμεθυσμένοι, μέσα στην καύλα μετέφηβοι. Πίσω τους, έγκλημα και βρωμιά. Σα να λέμε μιζέρια με γκλίττερ.
Στο πάρτυ.
“- Καλώς την, πάμε για ποτά.”
Η Στέλλα έχει πιασμένο το καρέ κόκκινο μαλλί της και φορά ένα αμάνικο μπλουζάκι, χωρίς σουτιέν. Ιδρωμένες ήδη κατευθύνονται στο μπαρ. Παίρνουν τα ποτά και ξαποσταίνουν. Σκύβει να ξύσει το πόδι της, μιας και κάποιο κουνούπι ξεχειμωνιάζει στην Αθήνα. Η φαγούρα στη γάμπα έχει επίκεντρο το ταττού της: Έναν ιστό αράχνης.
Η Μαριάννα τινάζει την κόκκινη φούστα της διώχνοντας τις στάχτες απ’ το τσιγάρο. Κοιτάζεται σε μια κοντινή βιτρίνα και ξαναπερνάει το μαύρο κραγιόν της. Αγχώνεται όμως με τα περιττά κιλά της.
“- Τι έχεις”, θα την ρωτήσει η Στέλλα.
“- Δεν περνάω καλά, τον ικανοποιώ αλλά εγώ καθόλου, τίποτα. Εχθές ήθελε να τον γλύψω ·ήμουν κουρασμένη και επέμεινε. “Σε θέλω” και “Σε θέλω” συνέχεια, τι να κάνω δέχτηκα. Κάναμε ότι κάναμε και όταν τελείωσε με άφησε έτσι.”
“- Δεν ξέρεις πως έχουμε δικαιώματα στο σεξ;” Η Στέλλα ξέρει καλά για αυτά.
“- Ποια δικαιώματα, που να κατέβει εκεί κάτω του ζητάω και σιχαίνεται! Όταν έχω περίοδο όμως, μια χαρά το κάνουμε.”
Δυο τύποι απέναντι κοιτάνε επίμονα.. Κοντά στην ηλικία τους, φοιτητές μάλλον. Η Στέλλα ανταποδίδει το βλέμμα, σκουντάει την Μαριάννα μα εκείνη δε σαλεύει. Κοιτάζει κάτω.
“- Τέλος πάντων, σ’ αρέσει η καινούρια μου φούστα; Ήθελα να βάλω εκείνο το σορτσάκι αλλά ο Τάσος δεν με άφηνε. Έγινε έξαλλος όταν το ’δε.”
“- Πας καλά; Λοιπόν, πάμε να χορέψουμε με τα παιδιά;”
“- Άστο καλύτερα, σε λίγο.” Η Μαριάννα διστάζει.
“- Καλά άραξε, κάτσε μόνη σου. Εγώ πάω!”
“- Περίμενε, έρχομαι. Ωχ, μισό χτυπάει το κινητό μου. Αυτός είναι!”
“- Καλά..”

Κυριακή ξανά. Δέκα και μισή το πρωί. Σκοτεινός τρίτος όροφος, μυρωδιά σαν ημιυπόγειο, αν και συνήθως η κυρά Μαρία απ’ το διπλανό διαμέρισμα σφουγγαρίζει. Μπορεί να φταίνε τα χνώτα που βρωμάνε αλκοόλ. Η ξύλινη πόρτα ανοίγει και τα παπούτσια χτυπάνε τον τοίχο. Η Στέλλα χύνεται στην πολυθρόνα. Ένα τελευταίο τσιγάρο, λίγα ακόμη δάκρυα μοναξιάς.
Η Μαριάννα τα σκουπίζει, βλέπει τον Τάσο να απομακρύνεται με το αμάξι. Την περίμενε τρελαμένος κάτω απ’ το σπίτι της. “Την επόμενη φορά τελειώσαμε!”. Αυτό αντηχεί στα αυτιά της εδώ και ένα πεντάλεπτο .Σκουπίζει το αίμα από τα χείλη της, μαζεύει το κινητό από το πεζοδρόμιο και προσπαθεί με τρεμάμενο χέρι να κουμπώσει το καπάκι. Σκρολάρει ψάχνοντας την Στέλλα στις επαφές. “Γάμησε το, δεν έχει νόημα..”

SideliK_2

photography by Theologos Karagiannopoulos

Απώλεια

apwleia

Σκιερές διαβάσεις.. Ελεύθερα καλούν, να τις περάσεις.
Τσουλώ κι εγώ στο υπόγειο, αναγκαστικά. Μου τρέχουν τα σάλια σαν αντικρίζω τη μορφή σου. Ξέρεις για την πεντάμορφη και το τέρας ; Δεν υπάρχει φόβος.
Ερπετό μεθυσμένο πια μ’ ένα παράπονο. Στο βάθος, το λευκό φως.

SideliK_2

photography by Ellie Antonakou

Parapluie

Ταξιδιώτης σ’ έναν ουρανό,
που ριπές φωτός τον σκίζουν.
Περιστρέφομαι.

Σαν χρώμα παίρνεις ροζ,
γεύομαι τις φράουλες, με λυγίζουν!
Παγιδεύομαι;

Έρχονται.
Τα άστρα ενώ σφύζουν ψυχραίνεις.
Να ικανοποιηθείς ακόμα;

Μες το γοητευτικό νεφέλωμα,
είσαι ηλιαχτίδα πριν σε στήσουν.
-Στον τοίχο ρε!

Ποτέ μην δώσεις όνομα,
ματιές που θα μιλήσουν, μήτε χάδια.
Δεν τέμνονται.

Χαίρονται:
Όσοι πορεύονται λυτοί, λέφτεροι ζουν,
αν όχι, θα μ’ ακούσαν.

SideliK_2

photography by Theologos Karagiannopoulos

Απόδραση

Το κελί υποβρύχιο, σκουριασμένο.
Σκοτεινό και ανέλπιδο.
Σερί το πήγα κι απόψε,
κολυμπώντας για το ανέφικτο.

Αχτίδες φωτός περνάνε μέσα,
τα μεσημέρια μονάχα.
Αλγεινές καταλήξεις.
Αχ, το απροσδόκητο να χα!

Σκέψεις περιπολούν σαν μπάτσοι.
Ό,τι πάσχει αναπληρώνουν.
Τη θέληση, τη νηφαλιότητα,
όσα αλλού θα ήταν μαύρη στάχτη.

Εγώ εκεί, αναμένω δίχως κίνηση.
Προπέλες ηχούν, παύση
κι εδώ ίσως τελειώνει.
Μα η απόλυτη σιωπή είναι δράση.

Σ’ είχε κυριεύσει ο φόβος κάποτε,
όταν σε χτύπησα θυμάσαι;
Τις σιδερένιες μπάρες λύγισα.
Ξυπνώ εμέ, για μένα νήχομαι απόψε.

SideliK_2

photography by Ανδριανή Κοκκαλάρα