Lonely 90s

Είμαστε στο 1990.
Αν με πληρώσεις θα κλάψω.
Πλήρωσέ με, δεν θα κλάψω.
Άρα δεν είμαστε στο 1990.

Πάρε στο 090, να βρεις αγάπη
ή να σου πουν το πώς και πότε,
χαρτορίχτρες και τσατσάδες.
Ψυχολόγοι, φιλενάδες.

Μπήκες από την πίσω πόρτα,
έφυγες απ’ την είσοδο.
Μπήκαν τα χειμωνιάτικα και
με την τελευταία αλλαξιά του θέρους,
ανάμεσα στα σεντόνια χάθηκες..

Κάθε βδομάδα είναι μια μέρα.
Με συμφέρει .
Πως πέρασε έτσι ο καιρός;
Βροχές, κλεισούρα, μειονεκτώ.

Ένα ανάλατο γεύμα από νομή,
σ’ ένα τραπέζι ξύλινο.
Σε λαστιχένιο κόσμο ζω,
που οι σχέσεις ολκή δεν έχουν.

SideliK_2

Πήλιο

Μάτια λαμποκοπάνε, κεφάλια γιομάτα.
Δεν πήγανε διακοπές, ξοφλάν γραμμάτια.
Ζαλάδες κι εκπομπές κρατάνε συντροφιά.

Σαν κύμα του Αιγαίου έξω ακούγονται
τα λεωφορεία, τα τραμ, οι ταξιτζήδες.
Για το ξεκάρφωμα, ανάγνωση από φυλλάδες.

Νωπές αγάπες συμπόνια κέρασαν.
Όσο λιαζόσουν σε μπαλκόνια θέλαν
την οποία αλμυρά έχασαν να ρουφήξουν.

Να κατέβεις για μπύρες, η ζωή.
Ροπή προς την άγνωστη περιπλάνηση.
Φωνή του αφέντη το πρωί στ’ αυτί.

Σελίδα γύρισες για το χειμώνα, να λησμονήσεις,
τέρατα γύρισαν χορτάτα απ’ το νησί.
μ’ άλλη μια βόλτα στη πηγή, κοντράρισε τα.

SideliK_2

Solace

Κλειδιά, τσιγάρα και αναπτήρας. Μια ζαριά παγερή κι απόψε, σε μια τσόχα με λεκέδες αίματος. Την αυτοτιμωρία μάχεται μια βόλτα με τον λόσκυ στο άλσος και λίγο φλερτ με τα παιδιά στο παγκάκι.

Γλυκό μετά το δείπνο. Το hell απ’ το περίπτερο συνοδεύει μια τσιχλόφουσκα στην κωλότσεπη. Βάζει την τηλεόραση να δει τις πυρκαγιές •παρηγοριέται. Σαν νερό σε φρέσκο τσιμέντο.

SideliK_2

Ενύπνιο

Δεν αλλάζει τίποτα. Βαλαντωμένοι πίσω από σφραγισμένα παντζούρια. Κορμιά μοναχικά και κλιματιστικά που αργοστάζουν. Οι θαρραλέοι, οι άτυχοι κι οι καπνιστές προσμένουν το αεράκι απ΄ τις μισάνοιχτες μπαλκονόπορτες. Κι όλοι μαζί τη δύση, το νερό στο καζάνι που βράζουν να εξατμιστεί, τη λύτρωση. Ελαφριά να ’ναι η αγρύπνια σας..

Το χάδι μιας και μόνο αγάπης ζητάν, ένα πενηντάρικο αύξηση και λίγο “πράμα” απευθείας από τα ουρητήρια της Ομόνοιας. Η κάτι από τα τρία. Υποκατάστατα μιας πίστης στο τομάρι, παίρνουν τη μορφή φαντάσματος που γελά καθώς διαλύεται στο ταβάνι. Η Μόρα τους κρατάει κάτω. Θεατές σε μια παράσταση όπου φιγούρες μπλέκονται μεταξύ τους, χρώματα ηχούν σαν δάχτυλα σε synth και ονειρώξεις πασπαλίζονται με τον ίδιο τους τον ιδρώτα. Ένας καταιγισμός από υπότιτλους αποτυπώνει αναμνήσεις. Ξάφνου, ένα τίναγμα: «Θέλω να ξεχάσω!» (x3).

Τι ώρα πήγε; Ακόμα μεσημέρι, στη μέση μιας ζωής δίχως ορίζοντα. Γιατί το άπειρο είναι τέλμα και το όπλο άσφαιρο. Στραγγίζουν τα νερά στη κουζίνα μα τα πιάτα μένουν άπλυτα, απλά θέλουν να μουσκέψουν τη μουσούδα τους. Σαν πεφταστέρι με ήλιο, δεν ελπίζουν σε κάτι παραπάνω από μια πρόσκαιρη παραίσθηση. Στον επόμενο λήθαργο.

SideliK_2

Πρωτόγονο

Το δροσερό σεντόνι κι η άοσμη μαξιλαροθήκη με ωθούν να βυθιστώ στο λήθαργο. Γλυκιά που είσαι υπνηλία, παίρνεις μακριά κάθε έγνοια! Η θολούρα, τα ζόρια και το δέλεαρ της χαρακιάς μπορούν να περιμένουν. Μα η έκβαση παραμένει πορφυρή.

Όρθωσε ανάστημα, σύρε τα πόδια σου ως τον καθρέφτη και μούσκεψε το πρόσωπό σου. Τίναξε τα τρεμάμενα χέρια και χώσου στον πρόχειρο ρουχισμό. Το βάρος δεν πέφτει στην όψη αλλά βαθειά κάτω απ’ το στέρνο. Πίσω απ’ τη ρουτίνα, το τσιμέντο και τις προβολές του υποσυνείδητου.

Το μίσος διαλύεται σα νεφέλωμα στον άνεμο, όντας κάπου κοντά στη φύση. Την δική σου ή της πλάσης. Μια γεμάτη αγάπη διάδραση, που κάμνει τη σκέψη αλλιώτικη. Δίχως εμπόδια κι ιδέες, αγνή θνητότητα.

SideliK_2

Το κρίμα της υπομονής

Το μίσος, ο εγωισμός κι η ματαιοδοξία ήτανε πάντα εκεί. Είναι και θα είναι όσο τ’ αφήνεις. Κλειδαμπαρωμένα πίσω από πόρτες και παραθύρια, εσύ τυλιγμένη με τα σκεπάσματα. Προσμένεις το ιδανικό μάλλον. Μονάχα υποθέσεις μπορώ να κάνω.

Θαρρώ πως κάποτε θα ανοίξεις, γι’ αυτό στέκομαι απέξω μερόνυχτα ολόκληρα. Τσιγάρο στο τσιγάρο, μα η υπομονή δεν εξαντλείται. Με τα αηδόνια της άνοιξης κι οι ελπίδες, με τα φύλλα που πέφτουν η ανησυχία. Πότε ψύχος κατοικεί στα πνευμόνια μου και πότε γεύομαι τον γλυκό ιδρώτα.

Βγες για λίγο! Κάτω απ’ τον θερινό ήλιο μισόκλεισε τα μάτια σου κι αντάμωσε με! Μια αγκαλιά, μισό χαμόγελο έστω. Ω καταδίκη μου, αέναο ταξίδι. Αφετηρία και τερματισμός η αγάπη εκείνη που καταχώνιασες στο σεντούκι.

SideliK_2

photography by Ellie Antonakou

Απόσταση

Μια ζοφερή προσπάθεια να σπάσουν,
τα δεσμά κι οι μπόλικες τύψεις.
Αν επιζήσει, μαζί θα γεράσουν,
διαφορετικά στα «αν» θα κολλήσει.

Γιατί η σκάλα τρίζει, γιατί τόσα σκαλιά;
Το χέρι της στα ψηλά απλωμένο καρτερεί,
«λέγε με αυτοεκτίμηση» του φωνάζει.
Μα κάθε του βήμα προς τα πίσω, εμμονή.

Νέο ξεκίνημα, όπου νέο το παλιό.
Σκουριασμένες αποφάσεις δίχως τέλος.
Ράβει πληγές πίνοντας θάνατο,
ύστερα πετάει τη ραπτομηχανή στο κενό.

Υπάρχει διόλου καύσιμο μέσα του;
Η αγάπη – σπίθα εδώ και καιρό αγνοείται..
Καρδιά παγωμένη σαν έκθεμα μουσείου
και μια απογοητευμένη εκατέρωθεν ματιά.

SideliK_2

Pills

Με το μυαλό πήχτρα κατηφορίζω, λιτά και απέρριτα τα πόδια μου σέρνω. Ψαύω τους βρώμικους τοίχους με τις μισοσκισμένες αφίσες, κοιτάζω γύρω μου με μάτια υγρά. Κίτρινα φώτα που τυφλώνουν, κανείς τριγύρω. Το ταξί που φρενάρει απότομα στη διάβαση με ξυπνά.

Πρόσεχε ρε μαλάκα! Δεν θυμάμαι τίποτα, οπότε δίνω βάση στην οσμή. Η Αθήνα ζέχνει σαν τη ζωή μου, τη ζωή μας. Ιδρωτίλα, φτηνές κολόνιες και αίμα απ’ τα χείλη της. Αλόγιστη η χρήση μα πρέπει να το παλέψω.

Κάτι αχνοφαίνεται. Οι φιγούρες, τα ένοχα βλέμματα των κατά τα άλλα κατήγορων. Των ισαποστάκηδων και των αδιάφορων. Θαρρώ πως είναι ραγισμένοι καθρέφτες και κάθε θραύσμα γυαλιού που πέφτει είναι και μια εγκεφαλική σύναψη. Από πού κλείνει; Παρελθόν.

Το παρόν το κλείνει. Όχι δίχως κόστος όμως. Σ’ ένα καναπέ, στο αποκάρωμα της συνταγογράφησης. Στα αυτιά μου U Recken και γω να προσπαθώ να γυρίσω νοητά τον χρόνο πίσω. Αποζητώ τις ταχυκαρδίες , το δάκρυ. Την αλήθεια στα ψέματα μας.

SideliK_2

photography by Nefeli Charvalia

Goodbye

Μονόδρομοι φλεγόμενοι δεξιά κι αριστερά. Τι σκατά συμβαίνει; Η τσιμεντόσκονη μυρίζει αχνά, τα πέλματα πληγιάζονται απ’ τα χαλίκια ενώ το χέρι τρέμει.
Στην κόψη βαδίζω και κόβομαι, μα συνεχίζω να μη το σβήνω. Εκείνο το χαρτί που έδωσα τα πάντα μου κι αποκρίθηκες μ’ άρνηση. Ιδρώτας στάζει.
Σε ερειπωμένο τόπο στοχεύω να χαθώ, σε πάρκα ραδιενεργά. Φαντάζει παράλογο κι όμως, είναι λογικό. Γιατί ζωή αντί πέρατος; Αφού δεν παίζει να λυτρωθώ..

SideliK_2

photography by Ellie Antonakou

Γαμήσου Άνθρωπε

Να σε ρωτήσω κάτι;

Γιατί είμαστε τόσο απόμακροι;
Πάντα έτσι ήμασταν οι άνθρωποι;
Γιατί υπεραναλύουμε τα πάντα με όρους αγοράς και απόδοσης;
‘Η μήπως μονάχα εγώ το κάνω αυτό;

Γιατί το να έχεις ένα στήριγμα ή να είσαι εσύ στήριγμα για κάποιον είναι τόσο εκτός μόδας, όσο μια ατζέντα σε σχέση με το κινητό;
Είναι όλα θέμα άνεσης και ταχύτητας;
Πρέπει να προλάβεις;

Το να ξύσεις ένα μολύβι είναι βαρετό κι οι γόμες λερώνουν.
Μα θυμάσαι σαν χτες που ζητούσες ξύστρα. Που τίναζες το τετράδιο, για να πέσουν τα τρίμματα.
Δεν θυμάσαι όμως το τελευταίο σου swipe.

Ντρέπεσαι να διαβάσεις φωναχτά, να γράψεις χειρόγραφα και πάρεις ένα τηλέφωνο.
Μετράς τα κέρματα για να βγεις, δεν κερνάς και πνίγεις το πόνο σου γιαυτό.
Με το ποτό που θα κερνούσες.

Γαμήσου, αλήθεια!
Άνθρωπε, κτήνος με τρόπους.

SideliK_2

painting: Nancy Ogilvie – ‘Beasts’ (2014)