Μονόδρομος

monodromos-2

Δεύτερη μέρα καθήλωσης.
Απ’ τις πολλές.
Σ´ ένα κρεββάτι,
περιμένοντας τη λύτρωση.
Δειλός,
γιατί δεν άπλωσα το χέρι.
Στο όπλο, στο κουτί με τα φάρμακα,
ή προς το μέρος σου.
Η γροθιά μου ξεσφίγγει σιγά σιγά.
Εμπνέω θλίψη, όχι σκέψη.

Μια γκαζιά στην ανηφόρα,
μια τελευταία,
πριν φτάσω στο εκδοτήριο.
Να ’ξέρες πόσο με λυπεί
που δεν θα πάμε αυτό το ταξίδι.
Μαζί; Όχι!
Είναι το μόνο εισιτήριο που βρήκα.
Φτηνό σαν εσάς,
μακριά από σας.
Εις το επανιδείν.

SideliK_2

Παρηγοριά

14052367_1070966852999728_1675294830_n

Η Μαρίνα, έξυπνη κοπέλα, όχι ακριβώς χαμογελαστή, με μια σπιρτάδα στο βλέμμα της. Δούλευε πωλήτρια στα Ζara για να βγαλει το χαρτζιλίκι. Χαρτζιλίκι της έδιναν άλλωστε. Δεν ήθελε να επιβαρύνει τους δικούς της και ο δρόμος για την αποφοίτηση ήταν μακρύς. Από μικρή ονειρευόταν να γίνει συγγραφέας παραμυθιών. Γούσταρε να βλέπει το χαμόγελο των συμμαθητών της να σπάει τη σμιλευμένη στα πρόσωπα αγωνία τους. Ήθελε να μοιάσει στον πατέρα της, που τις λίγες φορές που σχόλαγε νωρίς από τη φάμπρικα, ξάπλωνε πλάι της και της διάβαζε τους “Τρεις Σωματοφύλακες”, τον “Ρομπέν των Δασών” και άλλες ιστορίες υπεράσπισης των αδυνάτων. Κάπως έτσι, εκλογίκευσε την πίεση των γονιών της και δέχτηκε να περάσει στη νομική. Ο άθλος για εκείνη ήταν αλλού, όχι στο διάβασμα.

Ο Πέτρος, είχε ήδη αφήσει πίσω του τη φοιτητική ζωή όταν γνωρίστηκαν. Μόλις κατάλαβε πως οι αναζητήσεις δεν τελειώνουν με την αποφοίτηση, πέτρωσε απάνω του το σκυθρωπό προσωπείο. Τόσο πολύ, που έγινε ένα με το πετσί του. Το κουβαλούσε κάθε μέρα στο τυπογραφείο. Βέρος Αθηναίος, έγραφε βουκολικα ποιήματα, κι ας μην είχε περάσει κανένα καλοκαίρι στο χωριό. Βλέπεις το σπίτι του παππού του το διεκδικούσαν έξι αδέρφια, πριν καλά – καλά μάθει να μιλάει. Συμβατικος τουρίστας τότε, μόνιμα στο πίσω κάθισμα με τις αποσκευές των δικών του, στην μηχανή του ύστερα. Αυτή έπαψε να είναι η μόνη συντροφιά του όταν σταμάτησε εκείνο το βράδυ στην Πανεπιστημίου, έξω απ΄τη νομική. “Είσαι καλά;”. Η Μαρίνα μόλις είχε χωρίσει. Έκλαιγε με λυγμούς έξω απ’ το πάρτυ. “Τι θές;”, αποκρίθηκε.

Λίγη επιμονή και κατάφερε να την πείσει. Μερικά κουτάκια μπύρας, ενα βρώμικο στα δύο και η ερωτικά βρώμικη νύχτα της αθήνας, χάραξαν το αυλάκι. Το νερό, ήταν οι σκισμένες σελίδες που άφηνε τα πρωινά στο κρεβάτι, πλάι στα κουβαριασμένα της ρούχα. Της θύμιζε τα παραμύθια του μπαμπά της.

Σύντομα νοίκιασαν ένα δυάρι στην Καλλιθέα. Τα πρωινά της Κυριακής, περπατούσαν στο ποτάμι με ένα καφέ στο χέρι* τι βροχερές ημέρες, της διάβαζε για συντροφιά. Αυτή τον τάιζε με υλικό από τις παιδικές της αναμνήσεις. Και με κανένα κενό τετράδιο πότε – πότε. Καινή κατάσταση για τον Πέτρο, μα σύντομα ο ενθουσιασμός ξεθώριασε. Τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια δεν ζωγράφιζε πια το ιδρωμένο σεξ που τους έστελνε σερί στις δουλειές τους. Μόνο η Μαρίνα δούλευε, χωρίς να χρειάζεται. Εκείνος το είχε ανάγκη. Εκείνος έμεινε άνεργος. Εκείνος, είχε μαύρους κύκλους από τους δαίμονες του και η γλυκιά, εύστροφη πωλήτρια, από τα δάκρυα που σκούπιζε κρυφά μες στα δοκιμαστήρια.

Πέρασαν τόσοι και τόσοι μήνες. Ποτέ δεν κατάφερε να τον συνεφέρει. Ξενυχτούσε στο προσκεφάλι του, τον έβλεπε να σπαράζει, να θυμώνει, να σηκώνεται, να χτυπιέται, να σπαράζει ξανά. Μέχρι που άφησε το σημείωμα: “Είσαι υπέροχος πραγματικά, πρέπει να σταθείς στα πόδια σου. Θα περιμένω… Μέχρι τότε, καλή τύχη.”

Η Φαίη και ο σκύλος της, προσέφεραν στοργή, παρηγοριά κι ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στο ποτάμι που τόσο είχε αγαπήσει. Ήταν κοντά στον ηλεκτρικό, οπότε θα μπορούσε να κοιμάται περισσότερο. Το είχε ανάγκη άλλωστε. Υπήρχε ακόμη ένας απροσδόκητος λόγος για να αγαπήσει την καινούρια της συγκατοίκηση. Στα σκαλιά του σταθμού, σιμά στον κουλουρά, καθόταν Αυτός. Ή μάλλον η σκιά του. Κρατούσε ένα χαρτόνι: “Πεινάω.. βοηθήστε με.” Αρχικά ήταν άβολο, μα το ξεπέρασε. Περπατούσε εμπρός του κάθε μέρα, χειμώνα – καλοκαίρι και πάντοτε τον ρωτούσε το ίδιο πράγμα. “Όλα καλά;” Καμιά φορά στεκόταν λίγο παραπάνω για να αφήσει μερικά χάλκινα. Συνηθως τον κοιτούσε με μια ματιά μεταξύ λύπησης και απέχθειας κι άλλοτε του χάιδευε τα μούσια. Η απέχθεια ήταν για την ίδια. Μέχρις ότου πέθανε. Και ξέχασε.

SideliK_2

photography by sofia_tsofio

Θυσία

u03b8u03c5u03c3u03afu03b1

Ο θάνατος κι η οσμή του,
η σήψη, ελκύει.
Σε όλα τα πλάτη και μήκη,
η μόνη αλήθεια.

Πού να ρίξω το βλέμμα;
Ηδονίζονται παντού.
Η σαπισμένη σάρκα ενίοτε
απ´ τη γυμνή πιο ερεθιστική.

Ας χορέψουμε σιμά,
εγώ μπλαβιασμένος, εσύ ψυχρή.
Ο νου σου πορφυρός
σα γιομάτο με κρασί ποτήρι.

Ζαλίζομαι ρε.
Το κρύβω καλά μονάχα.
Μια σε κολλάω στον τοίχο,
και μια απέχω.

SideliK_2

photography by kwctantina

7 το ξημέρωμα

56a76a25943255.5634d29089734

Δεν μπόρεσες ποτέ να αντιληφθείς πως έχω ψυχολογικά. Κι αν αυτό συνέβη, έγινε ακροθιγώς· δεν κατάφερες να σηκώσεις το βάρος της συμπαράστασης. Η νιότη βλέπεις, δεν κρατιέται, ήθελες να πετάξεις. Εγώ αφελώς πίστεψα πως μπορώ να σε κρατήσω με την αγάπη μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χαμόγελο, την καύλα στο βλέμμα σου πάνω από το κουφάρι της ψυχής μου. Όχι δεν έκανα λάθος, μα είχα αυταπάτες. Γιατί για να νιώσει κανείς την αγάπη, πρέπει πρώτα να τη μάθει. Ύστερα τη λαχταρά. Και για να τη μετρήσει, πρέπει πρώτα να ´χει μέτρο σύγκρισης. Πέτα λοιπόν κι ίσως μια μέρα, ξανασταθείς στο περβάζι μου.

SideliK_2

photography by Valia Kappi