Διαμαρτυρία

Τα δάχτυλα μου, τα δικά σου, ένα και το αυτό. Στην όψη, γιατί στην άκρη της κλωστής κρύβονται δυο μαριονέτες παράταιρες.

Η μια δεν αποκρίνεται, χρήστης μουδιασμένος, μονάχα τρώει αναλαμπές. Κάποιοι την είπαν πένα. Σπασμωδικά γδέρνει σαν άχαρη χορεύτρια τον πάγο• γυρνά σα σβούρα στο χαρτί. Πολλοί οι κίνδυνοι κι έτσι ξερνά μελάνη σινική. Τάχα να τους μπερδέψει.

Τόσο γελαστός, εκείνος κάθεται αντίκρυ. Ακούει στο όνομα πινέλο όταν δε ντύνεται μολύβι. Με τη συγκέντρωση 60s Γάλλου φιλόσοφου, σκαρώνει γραμμές κι εικόνες χωρίς απόκλιση. Ιχνηλατεί τα feelings. Κάθε άποψη του αφέντη αποτυπώνεται ως απλόχερη αγκαλιά.

Αγορά και ζήτηση. Μόνο που εδώ μπαίνει πλαφόν: μια σύναψη τη φορά, κι ας τρεμοπαίζουν τα σχοινιά. Μη μου γυρνάς τη πλάτη, ήταν παράσταση!

SideliK_2

photography by Lisa Fotios

Αγκύλωση

Σκουριασμένες αντιλήψεις σε μια γκλάβα μεσ’ τη σήψη. Αραχνούφαντα φίλτρα που θολώνουν την εκτίμηση του βάθους. Ποτέ στο παρελθόν δεν εστίαζαν τόσο ξέχωρα τα δύο μου μάτια, ποτέ δεν υπήρχε τέτοια απόκλιση, λες κι έσπασε ο φακός στα ματογυάλια. Σαν άλλος Roger Bacon ψάχνω να βρω τον τρόπο.

– Είναι πασιφανές.

Δωσ’ μου το χάδι μιας και μόνο αγάπης, ένα πενηντάρικο αύξηση και λίγο πράμα απευθείας απ’ τα ουρητήρια του κέντρου. Η κάτι από τα τρία. Αρκεί φυτό να γίνω, ριζώνοντας στο νου καρκίνο. Χαμαιλέοντας που δεν ξερνά το δέρμα του. Κάποιος να με γδάρει γαμώ!

– Είναι πανεύκολο.

Το βελόνι που έραψε τους δρόμους της πόλης κάπου παράπεσε. Παντού αδιέξοδα, γερασμένα μπετά μεταβολή προστάζουν. Όλο και πιο βαθιά στου μύθου το βρωμερό απόστημα. Κοιτάζω πάνω, τον γαλανό έμπορα ελπίδας° μέσα από φωταγωγούς τη λάμψη. Στο ραδιοσταθμό της ζωής ρίξαν παράσιτα: σφαλιάρες που αντηχούν στα διαμερίσματα. Το τηλέφωνο χτυπά. Η αναγνώριση κλήσης γράφει «Φάντασμα».

SideliK_2

Metro California

Ψυχοθεραπεία, τσιγάρο, γνώση. Πολύ τα σκέφτεται μα πολύ τεμπελιάζει. Ένας φυγόπονος μονομάχος με χιμαιρικές βλέψεις και άγνοια φόβου. Ασταθής σαν την αιώρα, σε δέντρα ξεροψημένα απ’ τον καύσωνα.

Έλα που είναι καταχείμωνο. Σε μια τρώγλη χωμένος, με δάχτυλα βρώμικα από το μαύρο. Σε ένα κελί βαλτός να πορευτεί στην τρέλα. Ο Ηρακλής, κυνηγημένος απ’ την Ήρα, γυρεύει στους Ιπποκοωντίδες να τον φυλάξουν. Πέρα από τη διττή σκέψη που τον βασανίζει.

«Θα ‘ταν καλό να εστιάσεις..» Γυαλιά κοκκάλινα μπρος στα πρησμένα βλέφαρα κι οι σελίδες πιο εύκολα γυρνάνε. Μάτι γαρίδα, ώσπου να αρχίσουν οι σπασμοί. Παράξενες μέρες. Που δεν ξημερώνουν, δεν τελειώνουν.»

SideliK_2

Lonely 90s

Είμαστε στο 1990.
Αν με πληρώσεις θα κλάψω.
Πλήρωσέ με, δεν θα κλάψω.
Άρα δεν είμαστε στο 1990.

Πάρε στο 090, να βρεις αγάπη
ή να σου πουν το πώς και πότε,
χαρτορίχτρες και τσατσάδες.
Ψυχολόγοι, φιλενάδες.

Μπήκες από την πίσω πόρτα,
έφυγες απ’ την είσοδο.
Μπήκαν τα χειμωνιάτικα και
με την τελευταία αλλαξιά του θέρους,
ανάμεσα στα σεντόνια χάθηκες..

Κάθε βδομάδα είναι μια μέρα.
Με συμφέρει .
Πως πέρασε έτσι ο καιρός;
Βροχές, κλεισούρα, μειονεκτώ.

Ένα ανάλατο γεύμα από νομή,
σ’ ένα τραπέζι ξύλινο.
Σε λαστιχένιο κόσμο ζω,
που οι σχέσεις ολκή δεν έχουν.

SideliK_2

Πήλιο

Μάτια λαμποκοπάνε, κεφάλια γιομάτα.
Δεν πήγανε διακοπές, ξοφλάν γραμμάτια.
Ζαλάδες κι εκπομπές κρατάνε συντροφιά.

Σαν κύμα του Αιγαίου έξω ακούγονται
τα λεωφορεία, τα τραμ, οι ταξιτζήδες.
Για το ξεκάρφωμα, ανάγνωση από φυλλάδες.

Νωπές αγάπες συμπόνια κέρασαν.
Όσο λιαζόσουν σε μπαλκόνια θέλαν
την οποία αλμυρά έχασαν να ρουφήξουν.

Να κατέβεις για μπύρες, η ζωή.
Ροπή προς την άγνωστη περιπλάνηση.
Φωνή του αφέντη το πρωί στ’ αυτί.

Σελίδα γύρισες για το χειμώνα, να λησμονήσεις,
τέρατα γύρισαν χορτάτα απ’ το νησί.
μ’ άλλη μια βόλτα στη πηγή, κοντράρισε τα.

SideliK_2

Solace

Κλειδιά, τσιγάρα και αναπτήρας. Μια ζαριά παγερή κι απόψε, σε μια τσόχα με λεκέδες αίματος. Την αυτοτιμωρία μάχεται μια βόλτα με τον λόσκυ στο άλσος και λίγο φλερτ με τα παιδιά στο παγκάκι.

Γλυκό μετά το δείπνο. Το hell απ’ το περίπτερο συνοδεύει μια τσιχλόφουσκα στην κωλότσεπη. Βάζει την τηλεόραση να δει τις πυρκαγιές •παρηγοριέται. Σαν νερό σε φρέσκο τσιμέντο.

SideliK_2

photography by Theologos Karagiannopoulos

Ενύπνιο

Δεν αλλάζει τίποτα. Βαλαντωμένοι πίσω από σφραγισμένα παντζούρια. Κορμιά μοναχικά και κλιματιστικά που αργοστάζουν. Οι θαρραλέοι, οι άτυχοι κι οι καπνιστές προσμένουν το αεράκι απ΄ τις μισάνοιχτες μπαλκονόπορτες. Κι όλοι μαζί τη δύση, το νερό στο καζάνι που βράζουν να εξατμιστεί, τη λύτρωση. Ελαφριά να ’ναι η αγρύπνια σας..

Το χάδι μιας και μόνο αγάπης ζητάν, ένα πενηντάρικο αύξηση και λίγο “πράμα” απευθείας από τα ουρητήρια της Ομόνοιας. Η κάτι από τα τρία. Υποκατάστατα μιας πίστης στο τομάρι, παίρνουν τη μορφή φαντάσματος που γελά καθώς διαλύεται στο ταβάνι. Η Μόρα τους κρατάει κάτω. Θεατές σε μια παράσταση όπου φιγούρες μπλέκονται μεταξύ τους, χρώματα ηχούν σαν δάχτυλα σε synth και ονειρώξεις πασπαλίζονται με τον ίδιο τους τον ιδρώτα. Ένας καταιγισμός από υπότιτλους αποτυπώνει αναμνήσεις. Ξάφνου, ένα τίναγμα: «Θέλω να ξεχάσω!» (x3).

Τι ώρα πήγε; Ακόμα μεσημέρι, στη μέση μιας ζωής δίχως ορίζοντα. Γιατί το άπειρο είναι τέλμα και το όπλο άσφαιρο. Στραγγίζουν τα νερά στη κουζίνα μα τα πιάτα μένουν άπλυτα, απλά θέλουν να μουσκέψουν τη μουσούδα τους. Σαν πεφταστέρι με ήλιο, δεν ελπίζουν σε κάτι παραπάνω από μια πρόσκαιρη παραίσθηση. Στον επόμενο λήθαργο.

SideliK_2

Πρωτόγονο

Το δροσερό σεντόνι κι η άοσμη μαξιλαροθήκη με ωθούν να βυθιστώ στο λήθαργο. Γλυκιά που είσαι υπνηλία, παίρνεις μακριά κάθε έγνοια! Η θολούρα, τα ζόρια και το δέλεαρ της χαρακιάς μπορούν να περιμένουν. Μα η έκβαση παραμένει πορφυρή.

Όρθωσε ανάστημα, σύρε τα πόδια σου ως τον καθρέφτη και μούσκεψε το πρόσωπό σου. Τίναξε τα τρεμάμενα χέρια και χώσου στον πρόχειρο ρουχισμό. Το βάρος δεν πέφτει στην όψη αλλά βαθειά κάτω απ’ το στέρνο. Πίσω απ’ τη ρουτίνα, το τσιμέντο και τις προβολές του υποσυνείδητου.

Το μίσος διαλύεται σα νεφέλωμα στον άνεμο, όντας κάπου κοντά στη φύση. Την δική σου ή της πλάσης. Μια γεμάτη αγάπη διάδραση, που κάμνει τη σκέψη αλλιώτικη. Δίχως εμπόδια κι ιδέες, αγνή θνητότητα.

SideliK_2

Το κρίμα της υπομονής

Το μίσος, ο εγωισμός κι η ματαιοδοξία ήτανε πάντα εκεί. Είναι και θα είναι όσο τ’ αφήνεις. Κλειδαμπαρωμένα πίσω από πόρτες και παραθύρια, εσύ τυλιγμένη με τα σκεπάσματα. Προσμένεις το ιδανικό μάλλον. Μονάχα υποθέσεις μπορώ να κάνω.

Θαρρώ πως κάποτε θα ανοίξεις, γι’ αυτό στέκομαι απέξω μερόνυχτα ολόκληρα. Τσιγάρο στο τσιγάρο, μα η υπομονή δεν εξαντλείται. Με τα αηδόνια της άνοιξης κι οι ελπίδες, με τα φύλλα που πέφτουν η ανησυχία. Πότε ψύχος κατοικεί στα πνευμόνια μου και πότε γεύομαι τον γλυκό ιδρώτα.

Βγες για λίγο! Κάτω απ’ τον θερινό ήλιο μισόκλεισε τα μάτια σου κι αντάμωσε με! Μια αγκαλιά, μισό χαμόγελο έστω. Ω καταδίκη μου, αέναο ταξίδι. Αφετηρία και τερματισμός η αγάπη εκείνη που καταχώνιασες στο σεντούκι.

SideliK_2

photography by Ellie Antonakou

Απόσταση

Μια ζοφερή προσπάθεια να σπάσουν,
τα δεσμά κι οι μπόλικες τύψεις.
Αν επιζήσει, μαζί θα γεράσουν,
διαφορετικά στα «αν» θα κολλήσει.

Γιατί η σκάλα τρίζει, γιατί τόσα σκαλιά;
Το χέρι της στα ψηλά απλωμένο καρτερεί,
«λέγε με αυτοεκτίμηση» του φωνάζει.
Μα κάθε του βήμα προς τα πίσω, εμμονή.

Νέο ξεκίνημα, όπου νέο το παλιό.
Σκουριασμένες αποφάσεις δίχως τέλος.
Ράβει πληγές πίνοντας θάνατο,
ύστερα πετάει τη ραπτομηχανή στο κενό.

Υπάρχει διόλου καύσιμο μέσα του;
Η αγάπη – σπίθα εδώ και καιρό αγνοείται..
Καρδιά παγωμένη σαν έκθεμα μουσείου
και μια απογοητευμένη εκατέρωθεν ματιά.

SideliK_2